Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Τρίτη 12 Μαΐου 2009

ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΗ (Τα χειρόγραφα του φθινόπωρου)



Κι μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου:

έζησε στα σύνορα

μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για

πράγματα μακρινά

που είδε κάποτε σ' ένα αβέβαιο όνειρο.


Τάσος Λειβαδίτης, Ψήνματα

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009


Ως φιλίας δεσμόν εχαρακτήριζαν οι αρχαίοι γενικώς και την σχέσιν μαθητού προς διδάσκαλον, και αν ακόμη τους εχώριζε μεγαλυτέρα ηλικίας διαφορά, εν αντιθέσει προς την σημερινήν αντίληψην, η οποία διαβλέπει εις την σχέσιν αυτήν κάτι ανάλογον προς την σχέσιν γονέως και τέκνου. Εις τον Φαίδωνα, οι μαθηταί του Σωκράτους έχουν προς στιγμήν την εντύπωσιν, ότι με τον θάνατόν του θα μείνουν ορφανοί, αλλά κυρίως εταίρος των είναι ο Σωκράτης και εταίρον ή φίλον τον ονομάζει ρητώς και ο Απολλόδωρος ο φανατικός και ο Πλάτων ο νηφάλιος εις την 7. επιστολήν του. Δεν πρόκειται περί απλής διαφοράς εις τας λέξεις. Είναι διαφορά εις τον τρόπον του σκέπτεσθαι. Ο μαθητής έχει απέναντι του διδασκάλου του το αίσθημα της αυτοτελείας του και την προοπτικήν του να συνεχισθή η σχέσις αυτή και εις την νέαν ζωήν, που θα δημιουργήση. Δεν βλέπει την σχέσιν αυτήν ως μίαν κηδεμονίαν χρήσιμον κάποτε, αλλ' άχρηστον εις το μέλλον και δυσάρεστον ίσως, αφού είναι ο ζωντανός μάρτυς της εξαρτήσεώς του. Έτσι εξηγείται και το περίεργον φαινόμενον, ότι δυναμώνει η ευγνωμοσύνη σου προς τους διδασκάλους σου και γίνεται περιπαθεστέρα, όταν αρχίζεις να ωριμάζεις τόσον, ώστε να ημπορής να τους αντικρύσης ως συναδέλφους και φίλους.


Πλάτωνος,Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή, Ακαδημία Αθηνών,Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1934, σελ. 58 (δικές μου οι εμφάσεις στο κείμενο)

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Όταν κοιτάς από ψηλά...


Είσαι αμέριμνος, κάθεσαι αφοσιωμένος στ' αυγά σου, ώσπου στα πόδια σου έρχεται ένα αεροπλάνο. Επιλέγεις και μπαίνεις μέσα. Αυτό σε σηκώνει και σε βγάζει στον κόσμο. Σε περνάει πάνω απ' τον κόσμο. Κι εσύ εκστατικός κοινωνείς το οξυγόνο του φρέσκου αέρα, που ανανεώνεται κάθε στιγμή, κάθε λεπτό. Πετάς πάνω απ' τον κόσμο, βλέπεις τον κόσμο, ίσως όχι πάντα από τόσο κοντά, ώστε να τα διακρίνεις όλα καθαρά. Αλλά τα πόδια σου έβγαλαν φτερά, η καρδιά σου απέκτησε μάτια κι ο νου σου οξυγονώθηκε. Αυτό είναι το αντάμωμα με την Επιστήμη. Αυτό είναι το αντάμωμα με τη γνώση, με την αέναη και αδιάκοπη έρευνα, χωρίς να χαθεί από μέσα σου η ανθρωπιά, η σημασία της γόνιμης επικοινωνίας.

Ο Ελεγκτής


Ένας μπαξές γεμάτος αίμα

είν' ο ουρανός

και λίγο χιόνι

έσφιξα τα σκοινιά μου

πρέπει και πάλι να ελέγξω

τ' αστέρια

εγώ

κληρονόμος πουλιών

πρέπει

έστω και με σπασμένα φτερά

να πετάω.


Μακάρι να βρει πέννα και χαρτί εκεί που πάει.....


Μίλτος Σαχτούρης

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Επιλογικό


Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.

Την ομορφιά
Ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιός μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

Και συγχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη:

Θάθελα ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω,
και να μασώ σπυρί σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον κόσμο που αφήνω,
θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό
δεν διακρίνεται πολύ καθαρά. Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.

Κι ίσως γι' αυτό προπάντων θ' άξιζε να με θυμάστε.


Καρλόβασι, 30.7.1987



Με μεγάλη χαρά αποδέχομαι την πρόσκληση της βιογράφου του Γιάννη Ρίτσου κυρίας Αγγελικής Κώττη να συμμετέχω στο δια-ιστολογικό αφιέρωμα στον μεγάλο Έλληνα ποιητή εν όψει της εορτής της Πρωτομαγιάς, ημερομηνία την οποία συμβολικά ο ποιητής διατηρούσε ως ημερομηνία γέννησης.
Συνδυάζοντας το Έτος Ρίτσου (εκατό χρόνια από τη γέννησή του το 1909) με την επικείμενη εορτή τιμούμε και ευχαριστούμε για την προσφορά του τον παρ’ ολίγο νομπελίστα ποιητή, το πολυβραβευμένο Γιάννη Ρίτσο, μα πάνω απ’ όλα τον πολυτάλαντο αυτό άνθρωπο που έντυσε τις ψυχές μας με ασύλληπτες μουσικές κι εικόνες μέσα απ’ τα ποιητικά του καλλιτεχνήματα. Τιμούμε κι ευχαριστούμε το σοφό αριστερό ποιητή που με τα έργα του πρόβαλε τη σημασία του αγώνα ως ιδέα και όχι του αγώνα μόνο για την ιδέα.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Αλλιώς


Κεντώ στην ατάραχη καρέκλα μου
τους φόβους και τους πόθους μου,
για σένανε μιλάω στις κλωστές
και μιμούμενη το τρίξιμο του ξύλου
παραμιλώ πως σε θυμάμαι έτσι
όταν από ψηλά με κοίταζες, έκπτωτε.
Πώς με ντροπιάζουν οι ματιές σου
στο γυμνό μου σώμα.
Τα εργόχειρα που σου φυλούσα
μ’ απαρνήθηκαν
και δε βρίσκω τη δαχτυλήθρα μου πια.
Πού μας ξέφυγε;

Στης προσβολής το χάδι σου
κρύβω τα γυμνά μου σημεία,
η άλλοτε στέρεη πολυθρόνα
ουρλιάζοντας σπάει
και χύνομαι ξανά γυμνή
να βρω τη πεταμένη μου αγκαλιά.
Να καθίσω την ψυχή μου
ακέραιη και αναβλύζουσα τη νιότη της
αλλιώτικα να μπήξω τις κλωστές
στο έδαφος αλλιώτικα να σ’ ακουμπήσω.
Ακριβέ μου έκπτωτε…
τώρα κάθισα κι εγώ αλλιώς.


Βόλος, 24/4/09

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

EKEINO

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου - σαν τη θολή, αόριστη
ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
πουφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη - και θέλεις να τη θυμηθείς
κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου
γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι απο δάκρυα.

Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
κλαίει. Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.


Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα"

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Οσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1913)

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Θεωρώντας την πληρότητα

Στους ασάλευτους κόσμους
που έμελλε να γεννηθώ
έζησε η αεικίνητη ψυχή μου.
Τώρα γερνώ πάνω απ’ τα μνήματα
των συγχωρεμένων αισθημάτων μου
κι έρπω σε λευκούς χιτώνες
χωρίς να τους τσαλακώσω
καθώς ασμίλευτα βέλη
με καρφώνουν στο χώμα.

Τώρα ντύνομαι καινούρια μάτια
καινούριες φιλοσοφίες
καθώς οι γέροι ζουν στ’ αποφθέγματα
μα θυμούμενη την παιδική μου όρεξη
θέλησα να σφίξω στα χέρια μου
τα λευκά τούτα ιμάτια
που ευωδιάζουν καθώς ίστανται
και παρίστανται στη ζωή μου.

Και στη σοφία που μου δώρισαν
οι έξωθεν χωμάτινες πτώσεις
φιλώ τα ρούχα σου.
Κρατώ το βίωμα βουβό
σε σωρεία άφωνων κραυγών
μπορεί και να δακρύσω κρυφά.
Μα σαν ξεσπάσει το φιλί μου
θα ‘ναι που μ’ ανοικειώνει
η αυτοπροσφορά σου.
Σαν σε νίψω με τα δάκρυά μου
θα ‘ναι που το πνεύμα σου με πλήρωσε.


Βόλος, 13/4/09

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Όσα δε λέω


Κοίτα τα χέρια μου, κοίτα τα!
Βαθιές οι χαρακιές σου πάνω τους.
Διυλίζοντας την καρδιά μου
και τον τελευταίο μαρτυρικό κόκκο αγάπης
σου τον παραδίδω.
Χτύπα πάνω μου.
Σαν το μανιασμένο κύμα.
Σαν άλλος Άτλας ευλαβικά θα σηκώσω
το απόβαρο της στεναχώριας σου.
Χτύπα πάνω μου.
Οι ουλές μιας φιλίας είναι οι πιο ένδοξες.
Χτύπα πάνω μου.
Πώς με λυτρώνει το βιαστικό πετάρισμα
της ψυχής σου
αυτό που με ορμή μου το παρέχεις.

Χτύπα με
έτσι όπως τα μάγουλά μου
να κλαίνε τα δικά σου δάκρυα.
Κι όσο χαμογελώ
ο πόνος σου θα φεύγει.
Πως σαν έτσι σ’ αγαπώ
έτσι να ρίχνεις πάνω μου
τους πόνους σου.
Έτσι να με γεμίζεις μ’ αυτά
που το πιο λαβωμένο πουλί
δε βαστάζει να σηκώσει.
Μη κοιτάς που δε μιλώ.
Βλέπε όσα δε λέω
και χτύπα πάνω μου.


Βόλος, 10/4/09