Στους ασάλευτους κόσμους
που έμελλε να γεννηθώ
έζησε η αεικίνητη ψυχή μου.
Τώρα γερνώ πάνω απ’ τα μνήματα
των συγχωρεμένων αισθημάτων μου
κι έρπω σε λευκούς χιτώνες
χωρίς να τους τσαλακώσω
καθώς ασμίλευτα βέλη
με καρφώνουν στο χώμα.
Τώρα ντύνομαι καινούρια μάτια
καινούριες φιλοσοφίες
καθώς οι γέροι ζουν στ’ αποφθέγματα
μα θυμούμενη την παιδική μου όρεξη
θέλησα να σφίξω στα χέρια μου
τα λευκά τούτα ιμάτια
που ευωδιάζουν καθώς ίστανται
και παρίστανται στη ζωή μου.
Και στη σοφία που μου δώρισαν
οι έξωθεν χωμάτινες πτώσεις
φιλώ τα ρούχα σου.
Κρατώ το βίωμα βουβό
σε σωρεία άφωνων κραυγών
μπορεί και να δακρύσω κρυφά.
Μα σαν ξεσπάσει το φιλί μου
θα ‘ναι που μ’ ανοικειώνει
η αυτοπροσφορά σου.
Σαν σε νίψω με τα δάκρυά μου
θα ‘ναι που το πνεύμα σου με πλήρωσε.
Βόλος, 13/4/09