Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Γιατί σιωπούμε...

Αν είναι να σιωπήσουμε, αδέλφια μου, είναι για...

Να μαζέψουμε τα σπασμένα μας κομμάτια...
Να κοιταχτούμε στο καθρέφτη...
Να λογαριαστούμε με τον εαυτό μας...
Να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας...
Να νιώσουμε τον άλλο...
Να ανασυνταχθούμε...
Να αδελφωθούμε...
Να σηκώσουμε ανάστημα...
Να πολεμήσουμε...
εμάς και τους εχθρούς μας...

"Τον ξἐνο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη"...

Δεν είναι ώρα ετούτη να αποδώσουμε τιμές στην ποίηση, τίποτε άλλωστε δε ζήτησε από εμάς. Απλά μας δωρίστηκε κι αυτή, μιαν άλλη πατρίδα, να κουβαλάμε μέσα μας...

"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να
κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα
"

"Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;...
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας
".

Μα είναι τα λόγια ετούτα καθρέφτισμα της ύπαρξής μας μέσα στον χρόνο, μέσα στο χώρο αυτό, που τον πλάσαμε και μας έπλασε. Τι άλλο πια περιμένουμε για να αφουγκραστούμε την αλήθεια τους κι έστω στο τέλος να αναζητήσουμε τη χαμένη ανθρώπινη υπόστασή μας;

"Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε
"

"Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια
"

Παθητικά και μες στη συνήθεια, χάνουμε τον ανθρωπισμό μας, χάνουμε το κουράγιο μας να διεκδικήσουμε ό,τι μας στερούν και πάνε να καρπωθούνε. Αξίες που σφραγίζουνε την ύπαρξή μας και δίχως αυτές δεν υπάρχουμε. Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, ψυχές χωρίς πρόσωπα.

"Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας...
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε".

Με το ένα πόδι στην απάτη και το δόλο, ανδρείκελα, ανθρωποειδή, ο ουρανός μας θολός κι οι καρδιές μας ναρκωμένες. Δεν έχουμε λόγο να υπάρχουμε κι όμως υπάρχουμε. Για να νικήσουμε το κακό που μας δέρνει, τη μάστιγα που πάει να επικαλύψει ό,τι μας δόθηκε απ' το Θεό απλόχερα και το σκορπίσαμε.

Αν ποθούμε την Άνοιξη πρέπει να παλέψουμε σκληρά. Να εξοντώσουμε τους κακούς εαυτούς μας, να ξορκίσουμε τα δαιμόνια του τόπου μας, που τον έχουν αλλοιώσει και μας μαζί. "Για να γυρίσει ο Ήλιος, θέλει δουλειά πολύ".

"ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος !"

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Αρχή σοφίας

«Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά».

Ο ένας

Λίγη δροσιά, ουρανέ μου,
και χάηδεμα τ' ανέμου,
κελάηδημα πουλιού,
ξανάνιωμ' Απριλιού!

Ανάσ', ανάσα λίγη!
Χρόνια η θελιά μας πνίγει.
Λίγη χαρά σ' αφτά
τα σκοτεινά γραφτά!

Σου πήρανε, λαέ μου,
το δίκιο του πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι και ντόπιο αλήτες!

Ο άλλος

Αν θέλεις να χαρείς
τη λεφτεριά, νωρίς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπή δεν είναι.

Θα ΄ναι μαζί σου οι νόμοι
κι η πλερωμένη γνώμη!
Πέτα την ανθρωπιά σου
κι απ' τον αφέντη πιάσου!

Κι άμα σε φτύνει αφτός,
να κάθεσαι σκυφτός
και θά 'χεις τα πρωτεία
τη σάπια πολιτεία.

Ο λαός

Έξω του αφέντη αρμάδα
φυλάει, με μπούκα ορθή,
το λείψανό σου, Ελλάδα,
μην ξάφνου αναστηθεί!


Κώστας Βάρναλης

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω...

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κ. Καβάφης, Τείχη