Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Όταν διεγείρονται

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ’ τα, μισοκρυμένα, μες στες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου,
την νύχτα ή μες στην λάμψι του μεσημεριού.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Τ' άσπρο χαρτί

Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό
της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Μικρή Πράσινη Θάλασσα


Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Που θα 'θελα να σε υιοθετήσω
Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο
Να γυρίσεις τον ήλιο και ν' ακούσεις
Πως η μοίρα ξεγίνεται και πως
Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται
Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς
Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
Να μπεις απ' το παράθυρο στη Σμύρνη
Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι
Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τ' αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Οδυσσέας Ελύτης (Το Φωτόδεντρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά, Ίκαρος, 1971)

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Κι όμως συμβαίνει

Ένα μοιρολόι για την καμένη μας πατρίδα...


Καίγεσαι
λευκέ ανθέ
και πια δε σε κρατώ άλλο στα χέρια μου
πανώρια η μορφή σου
συρρικνώνεται
και το μεθυστικό άρωμά σου
διοξείδιο στους πνεύμονές μου.
Πενθώ
λευκέ ανθέ μου
ξεριζώνεται η θεοτικιά πνοή σου
μαύρο νερό στάζεις
αγκομαχώντας για την ύστατη απαντοχή
βλαστάρι του θείου χώματος
κόκκινο τύμβο υψώνω
στη θύμησή σου
κόκκινο σαν το αίμα που σε σκότωσε
κι ύστατη ευχή κάνω
πουλί πετούμενο να υψωθώ
τα σύννεφα να συντάξω
να περισώσω την παρθενία σου...

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Ο γυμνός ιππότης

Μη ρίξεις τον πύργο ιππότη
ξέρω η καρδιά σου ποθεί τραγούδια
ποθεί τα ξέγνοιαστα δειλινά
τις ώρες που η ψυχή σου ανατέλλει.

Τούτος σου χάρισε την πλέρια σκέψη
στις ήσυχες γωνιές του
σου χάρισε φυγή,
οι κήποι του σε τάισαν αγάπη.
Μη ρίξεις τον πύργο ιππότη.

Ύψωσε τους καταπέλτες
κι εξόρισε τα ζιζάνια στα έγκατα.
Κάψε τις σκιές που φτερουγίζουν
στις πλάτες σου.
Των αγγέλων άκου τες μελωδίες.
Και δέξου τη σκέπη του οίκου σου.

Την πατρίδα σου μη δοκιμάζεις.
Σφίξε την στις παλάμες σου
στα δουλεμένα σου χέρια
που αντέστρεψαν μυριάδες κακών.

Υψώσου
στον πύργο μπροστά.
Στέκει για σένα ιππότη.
Σε καρτερεί έρημος κι απολιθωμένος.
Λειψός.

Ντύσε τη γύμνια σου
με την πορφυρένια σου ψυχή
κι έμπα υπέρλαμπρος
όπως αναγεννήθηκες
σε τούτη την πανάγια προίκα.

Το ατέλειωτο ταξίδι
στις πύλες σου εμπρός,
εντός για πάντα θα σε βάλει.
Θα υψωθείς στον πύργο
ένα ανήσυχο δείλι κι ο ήλιος
θα σε σημαδέψει αιώνια.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Μισή αλήθεια


Κοιμήσου απόψε
στη στοργή της νοσταλγίας
μικρό μου κάλπικο τριαντάφυλλο.
Μισά μου μείνανε τα πέταλά σου
και το χρώμα σου θολό.

Κουρνιάζεις στις ζάρες των χεριών μου
το στόμα σου σαθρά μουρμουρίζει
ιστορίες παλιές
για χρόνους φευγάτους
για θεότητες σμιλεμένες
απ’ την αλμύρα της θάλασσας.

Τα ζαρωμένα φύλλα σου
μείνανε μισά.
Μισά τα νιάτα σου
μισή κι η ομορφιά σου.
Με γάλα και μέλι
στολίζω το νεκρό σου κορμί
κι οι θρήνοι μου
καταπίνουν τις θάλασσές σου.

Ανθέ που μίσεψες
τα ιερά νερά μη λησμονείς
και την πατρική ηχώ
και μένα που σε καρτερώ
πριν το μεγάλο τέλος
ολόκληρο να σ’ απαντήσω.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Η Κοίμηση ΙΙΙ

Μα, στον Απόστολο Θωμά, που ερχόταν,
τί πάρωρά 'ταν, σίμωσε ο γοργός
Άγγελος, που τον καρτερούσε απ' ώρα,
και πρόσταξε, στου τάφου πλάι τον τόπο:

"Σπρώξε στο πλάι την πέτρα: Θες να μάθεις
που 'ναι Αυτή που ταράζει την καρδιά σου;
Δες: σαν προσκέφαλο έμεινε λεβάντας
για μια στιγμή εδώ μέσα απιθωμένη,

που της γης να μυρίζουνε στους αιώνες
οι πτυχές όλες, σαν ωραίο μαντήλι.
Όλοι οι άνθρωποι (το νιώθεις;) οι νεκροί όλοι
έχουνε ναρκωθεί από το άρωμά της.

Δεν απορείς πόσο απαλά από εντός του
βγήκε; Τίποτα δεν κινήθηκε, σα να 'ταν
ακόμη εδώ σχεδόν. Αλλά τα ουράνια
σαλέψανε. Κ' εσύ, άνθρωπε, ό,τι κάνω
να κάνεις! Και γονάτισε! Και ψάλλε!"

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ο Βίος της Θεοτόκου 1912