Κατείχα την υψηλή κυριότητα
των συναισθημάτων μου
πορευόμουν κατά το ήμισυ τυφλή
σε παρόδους και αδιεξόδους.
Μα ένας ο δρόμος της αγάπης.
Διμελής κι απρόβλεπτος
σαν τους δρόμους σου μούσα μου
πόλη που μ’ έθρεψες με την απώλεια.
Πόλη που έσπειρες νερό
και θέρισες αγάπη.
Το χέρι σου με ψηλαφίζει
και βρίσκει τον πυρήνα της έκλειψης.
Τον σκοτεινό ήλιο της ψυχής μου
ξεντύνει μονομιάς.
Και ιδού το φέγγος σου
στην ολόκληρη καρδιά μου.
Ακέραιη πια σου εναποθέτω
την κραυγή της αγάπης μου.
Περιβλήθηκα την ολόφρεσκη αχλύ του νεογέννητου
κι έτσι ανήμπορα στα παραδίδω όλα.
των συναισθημάτων μου
πορευόμουν κατά το ήμισυ τυφλή
σε παρόδους και αδιεξόδους.
Μα ένας ο δρόμος της αγάπης.
Διμελής κι απρόβλεπτος
σαν τους δρόμους σου μούσα μου
πόλη που μ’ έθρεψες με την απώλεια.
Πόλη που έσπειρες νερό
και θέρισες αγάπη.
Το χέρι σου με ψηλαφίζει
και βρίσκει τον πυρήνα της έκλειψης.
Τον σκοτεινό ήλιο της ψυχής μου
ξεντύνει μονομιάς.
Και ιδού το φέγγος σου
στην ολόκληρη καρδιά μου.
Ακέραιη πια σου εναποθέτω
την κραυγή της αγάπης μου.
Περιβλήθηκα την ολόφρεσκη αχλύ του νεογέννητου
κι έτσι ανήμπορα στα παραδίδω όλα.
Βόλος, 10/4/09






