Ανέκφραστα σκεπτόμενα μάτια
ακούνητα
στην όμοια φορά του κόσμου
διατρέχουν ασάλευτα
τα καρέ της έξωθεν ζωής.
Ορατότης πέντε μέτρων.
Απόψε η ηδονή μου είσαι εσύ.
Θα υπερνικήσω και
το κρυμμένο σώμα μου.
Απόψε το μυαλό αρκεί.
Διορατικότης περίσσια.
Απόψε μαζί σου
θα τραβηχτούν τα σεντόνια
του μυαλού μου
και γυμνά θα μείνουν
τα αγάλματα
να μπορώ την έκσταση
της τελειότητός τους
να νιώσω.
Και θα σε μιλήσω
στο πνεύμα και στο στόμα μου
να σε ρωτώ με έρωτα
πώς πλάστηκες εντός μου.
Ποτέ δεν αρκεί μόνο το μυαλό.
Προσμένω την επεξηγηματική αντιστροφή.
Γιατί μας έμαθες έτσι;
να σε διεκδικούμε…
Πόση ηδονή βγαίνει
μέσα από τούτη την πάλη;
Πόσο πιστούς μας θέλεις;
Πόσους πιστούς θέλεις;
Αυτοπαρέχεσαι με δόσεις
κι αυτές οι ηρωίνες λευκές
σαν τις σιωπές
πριν το τσίτωμα των νευρών
σε κάθε άγγιγμά σου.
Τώρα σε θέλω, όσο ένα πουλί
τα φτερά για να πετάξει.
Τα δάχτυλά μου περασμένα
στα μαλλιά σου
σε διεκδικώ
σε μένα έλα κι ελευθέρωσέ με.
Σε διεκδικώ
στο πνεύμα και στα χέρια μου
τώρα που μπορώ και στιγμιαία
σ’ αγγίζω
κι η μέθεξη, μέθη και αυτοσυγκράτηση
πριν των αποκαλυπτηρίων το ουρλιαχτό.
Κι έτσι δέρμα ζαρωμένο
και ξηρό το μυαλό μου
αποκοιμιέμαι πριν την αναγέννηση
της επιφάνειάς σου.
Θεσσαλονίκη, 6/3/09
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
Σάββατο 7 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

"Σαν ένα ματσάκι από λέξεις η ποίηση. Τις συλλέγει από το μικρό θερμοκήπιό του ένας μονόλογος που χρόνια ονειρεύεται να τις προσφέρει σε μιαν επικοινωνία με την οποία είναι αιώνες ερωτευμένος, χωρίς να έχει λάβει σαφή δείγματα ανταποκρίσεως εκ μέρους της".
Κική Δημουλά - Ο φιλοπαίγμων μύθος
Με την επικοινωνία κρατάει η ποίηση, παρόλο που δε δέχεται δείγματα ότι έγινε δεκτό το ματσάκι. Με την επικοινωνία, το μεγάλο αίτημα και το μεγάλο ανικανοποίητο, μας λέει η Κική Δημουλά. Στην ίδια κατηγορία με το μυστήριο του έρωτα τοποθετημένη η ποίηση από την ίδια. Όπως συντίθεται μέσα μας ο έρωτας έτσι κι ένα ποίημα χτίζεται, σχεδόν...ερήμην μας...
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009
Το κλήμα του πάθους
Ήμουν ένα σπίτι σε ολοκάθαρη οδό.
Ήρθες εσύ, σεισμός
που ρήμαξε τα εντός μου.
Ο πολεοδόμος χρόνος
αποδόμησε κάθε κεκτημένο.
Κι εσύ δολοπλόκα κληματαριά
στηριζόσουν στα δοκάρια μου.
Στους κενούς χώρους
φύτρωνε η οργή μου.
Όσο απλωνόσουν στους σοβάδες
τόσο θέριευε ο έρωτάς μου για σένα.
Κι όσο σε ποθούσα
τόσο σε μισούσα.
Αυτό θα πει συθέμελος κλονισμός!
Νόμιζα πως νίκησες.
Νόμιζα πως θα γκρεμούσες τη σκεπή μου
εκεί έβρισκες πάτημα.
Ανόητη κληματαριά.
Εγώ ήμουν το σπίτι.
Εγώ αγκαλιάζω
εσύ γραπώνεσαι.
Πόσο θα σ’ άφηνα να μου κρατάς
κλειστά τα παραθυρόφυλλα;
Έτσι ποτάμι χύθηκε
το ύστατό μου κύρος
και σ’ αποτίναξα
από τα φουσκωμένα ντουβάρια.
Είμαι ένα σπίτι σε ολοκάθαρη οδό.
Βόλος, 15/2/09
Ήρθες εσύ, σεισμός
που ρήμαξε τα εντός μου.
Ο πολεοδόμος χρόνος
αποδόμησε κάθε κεκτημένο.
Κι εσύ δολοπλόκα κληματαριά
στηριζόσουν στα δοκάρια μου.
Στους κενούς χώρους
φύτρωνε η οργή μου.
Όσο απλωνόσουν στους σοβάδες
τόσο θέριευε ο έρωτάς μου για σένα.
Κι όσο σε ποθούσα
τόσο σε μισούσα.
Αυτό θα πει συθέμελος κλονισμός!
Νόμιζα πως νίκησες.
Νόμιζα πως θα γκρεμούσες τη σκεπή μου
εκεί έβρισκες πάτημα.
Ανόητη κληματαριά.
Εγώ ήμουν το σπίτι.
Εγώ αγκαλιάζω
εσύ γραπώνεσαι.
Πόσο θα σ’ άφηνα να μου κρατάς
κλειστά τα παραθυρόφυλλα;
Έτσι ποτάμι χύθηκε
το ύστατό μου κύρος
και σ’ αποτίναξα
από τα φουσκωμένα ντουβάρια.
Είμαι ένα σπίτι σε ολοκάθαρη οδό.
Βόλος, 15/2/09
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Τριώδιο
Στο τέλος απεβίωσε η σκοπιμότης
διορίστηκε το πάλι εντός μου.
Σα γέρικο σκυλί
παρατημένο έχει τη ζωή του.
Η ανάφλεξις των κλειδωμένων αισθήσεων
θεράπουσα της συνήθειας.
Η ανοσία μου σε σένα
είναι ακόμη μαγική.
Τα εκβιαστικά είδωλα
συνθλίβονται
κι οι προφητείες μου
ξετυλίγονται μπροστά μου
είναι της πίστης και του έρωτα
της επικοινωνίας, το τέκνο
είναι το εγώ και το αντίστροφό του
που γεννήσαμε το αόρατο
το αέναο και το αληθές.
Βόλος, 14/2/09
διορίστηκε το πάλι εντός μου.
Σα γέρικο σκυλί
παρατημένο έχει τη ζωή του.
Η ανάφλεξις των κλειδωμένων αισθήσεων
θεράπουσα της συνήθειας.
Η ανοσία μου σε σένα
είναι ακόμη μαγική.
Τα εκβιαστικά είδωλα
συνθλίβονται
κι οι προφητείες μου
ξετυλίγονται μπροστά μου
είναι της πίστης και του έρωτα
της επικοινωνίας, το τέκνο
είναι το εγώ και το αντίστροφό του
που γεννήσαμε το αόρατο
το αέναο και το αληθές.
Βόλος, 14/2/09
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Σχόλιο στο σχόλιο!
Το σημαίνον αγκυροβόλι είναι ένα αποτέλεσμα. Είναι ένα επίτευγμα. Φτάσαμε κάπου. Καταλήξαμε κάπου. Εγώ το είδα. Και το κατέγραψα έτσι όπως η θεά γλώσσα το θέλησε. Δεν είναι λόγος να καμαρώνει κανείς; Μέσα από ένα εκτενές πέρασμα...ήρθε το αγκυροβόλι. Ήρθε η κάθαρση. Δεν είναι επίτευγμα αυτό;
Και μετά τι; Όχι...δεν πέφτω στην παγίδα αυτής της εσωτερικής ερώτησης. Οι σχέσεις είναι σαν τη φωτιά. Στο δρόμο σου εμφανίζονται καινούριες εστίες, καινούρια μέτωπα. Κι εσύ μπορείς να λειτουργήσεις σαν αέρας που θα τα δυναμώνει και θα τα κρατά ζωντανά. Ή με περίσσια αυστηρότητα, να τα κατασβήσεις. Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν απώλειες. Τι πιο γοητευτικό όμως απ' το να περνούν ξυστά απ' τα μέλη σου οι σπίθες του άλλου, παρά να πατάς θυμωμένος και νομίζοντας δικαιωμένος πάνω στ' αποκαΐδια;
Οι ρόλοι ποικίλλουν...εμείς επιλέγουμε ποιον θα υποδυθούμε εν τέλει και για πόσο. Πώς μπορεί να νοιώθει κάποιος όμως...που είναι αέρας εν μέσω βροχής;
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009
Το σημαίνον αγκυροβόλι
Σιγά και πιάσαμε λιμάνι.
Απόψε στ’ ακρωτήρι ξεροστάλιασε
η νόηση του γύρω κόσμου
αφού δεν τη συναντήσαμε.
Οι φανοί μας υπέρλαμπροι
ξεστολίζουν τη σιωπή.
Τα όμματά μας
θαρραλέα ομπρός.
Αναζητούν, παρατηρούν,
αποζημιώνονται.
Στο τέλος το αγκυροβόλι
είναι ακέραιο.
Τα ξεχαρβαλωμένα σχοινιά
κι οι κόμποι
αντικαθίστανται απ’ το ευθυτενές
αλλά περίσσιο αύριο.
Έτσι είναι η προσάραξη
στα ενδότερα της στεριάς.
Επώδυνη, ακούραστη
και πάντα παρούσα.
Βόλος, 13/2/09
Απόψε στ’ ακρωτήρι ξεροστάλιασε
η νόηση του γύρω κόσμου
αφού δεν τη συναντήσαμε.
Οι φανοί μας υπέρλαμπροι
ξεστολίζουν τη σιωπή.
Τα όμματά μας
θαρραλέα ομπρός.
Αναζητούν, παρατηρούν,
αποζημιώνονται.
Στο τέλος το αγκυροβόλι
είναι ακέραιο.
Τα ξεχαρβαλωμένα σχοινιά
κι οι κόμποι
αντικαθίστανται απ’ το ευθυτενές
αλλά περίσσιο αύριο.
Έτσι είναι η προσάραξη
στα ενδότερα της στεριάς.
Επώδυνη, ακούραστη
και πάντα παρούσα.
Βόλος, 13/2/09
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Revolutionary road

April: Tell me the truth Frank remember that? We used to live by it. And you know what's so good about the truth? Everyone knows what it is however long they've lived without it. No one forgets the truth Frank they just get better at lying.
April: Πες μου την αλήθεια Φρανκ, το θυμάσαι αυτό; Κάποτε ζούσαμε με την αλήθεια. Και ξέρεις τι είναι καλό με την αλήθεια; Όλοι τη γνωρίζουν ανεξάρτητα το πόσο καιρό έζησαν χωρίς αυτήν. Κανείς δεν ξεχνά την αλήθεια Φρανκ, απλά γίνονται καλύτεροι στο ψέμα.
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Αίμα και νερό
Ήμουν ο αμνός
και σφαγιάστηκα.
Τα σωθικά μου
ντύθηκαν τη μαυρίλα
του φονιά μου.
Αίμα και νερό δε φτάσαν
να ξεπλύνουν το κακό.
Μέσα σ’ αυτό πορεύομαι.
Πιάνομαι, επάνω του ορμάω.
Γι αυτό ζω
κι απ’ αυτό πεθαίνω.
Κι όσο το δέρμα μου ζαρώνει
τόσο πιο μέσα μου φωλιάζει
και γω τ’ αγκαλιάζω, μ’ ανοχή.
Δεν το αγαπώ.
Η καρδιά μου είναι παγωμένη.
Το στόμα μου είναι ξεραμένο.
Θα πεθάνω παρέα μ’ αυτό.
Βόλος, 10/2/09
και σφαγιάστηκα.
Τα σωθικά μου
ντύθηκαν τη μαυρίλα
του φονιά μου.
Αίμα και νερό δε φτάσαν
να ξεπλύνουν το κακό.
Μέσα σ’ αυτό πορεύομαι.
Πιάνομαι, επάνω του ορμάω.
Γι αυτό ζω
κι απ’ αυτό πεθαίνω.
Κι όσο το δέρμα μου ζαρώνει
τόσο πιο μέσα μου φωλιάζει
και γω τ’ αγκαλιάζω, μ’ ανοχή.
Δεν το αγαπώ.
Η καρδιά μου είναι παγωμένη.
Το στόμα μου είναι ξεραμένο.
Θα πεθάνω παρέα μ’ αυτό.
Βόλος, 10/2/09
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Αυτό που μένει...

Λόγω έλλειψης τεχνικής υποστήριξης δεν μπόρεσα να αναρτήσω υτό μου το άρθρο στην ώρα του. Έστω και λίγες μέρες αργότερα κατορθώνω να εκφράσω λίγα ακόμη λόγια αγάπης και μνήμης για έναν σπουδαίο άνθρωπο της ελληνικής Εκκλησίας, τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.
28 Ιανουαρίου 2008. Ο Χριστόδουλός μας κοιμήθηκε. Το τέλος της επίγειας ζωής του συγκλόνισε τον ελληνικό λαό, γιατί ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε πολλούς. Ακόμη και σήμερα μπαίνω σε σπίτια και τον βλέπω σε φωτογραφίες δίπλα σε φωτογραφίες συγγενών της οικογένειας.
Ξέρω ότι πολλοί δυσαρεστήθηκαν απ’ τη δημόσια συμπεριφορά του, άλλοι από προσωπικές υποθέσεις κι είναι απόλυτα λογικό, λόγω της ιδιαίτερης θέσης του, της εξουσίας που κατείχε. Ξέρω όμως ότι η απουσία του τρυπάει βαθιά τις καρδιές πάμπολλων Ελλήνων απανταχού. Η απώλειά του είναι απροσπέλαστη, γιατί ήταν ένας και μοναδικός και ιδιαίτερος και ικανός. Είχε αρετές που ένας ιερέας ίσως δεν τις χρειάζεται, μα ο Χριστόδουλός μας ήταν όντως κάτι διαφορετικό.
Όσοι πάτησαν πάνω στον τάφο του θα κριθούν, όπως κι εκείνος, μα όταν ο λαός σε αναγνωρίζει όλοι οι άλλοι αποτελούν αγκαθάκια που στρέφουν το κακό στους εαυτούς τους.
Εγώ δεν τον θυμάμαι πολύ ως Μητροπολίτη μας, γιατί ήμουν μικρή το ’98. Θυμάμαι τη χαρά όλων όταν εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος. Θυμάμαι τα ανάμεικτα συναισθήματα που υπήρχαν που ο λαός της Μαγνησίας θα τον αποχωρίζονταν. Έναν πνευματικό ταγό που βοήθησε τον τόπο και τα έργα του μένουν ως σήμερα να θυμίζουν στους νεώτερους την προσφορά του.
Δυστυχώς δεν τον έζησα. Έμελλε η πρώτη κι η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα από κοντά, εγώ μόνο, να ήταν στον ύστατο ασπασμό, όταν κείτονταν στη Μητρόπολη Αθηνών, σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου λαϊκό προσκύνημα. Περίμενα πεντέμισι ώρες στην παγωνιά, από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Αλλά δεν τον θυμάμαι έτσι. Δε θέλω να τον θυμάμαι έτσι όπως τον αντίκρισα. Πάνω απ’ όλα θυμάμαι τον Χριστόδουλό μας για το χαμόγελό του, για το γλυκύτατο χαμόγελό του, που ακόμη και στις πιο δύσκολες ώρες δεν τον εγκατέλειψε. Τον θυμάμαι τέλος για το λόγο του, το ρηξικέλευθο λόγο του, την οξύνοιά του, την αμεσότητά του με τους νέους, αλλά και το πάθος του να υπερασπίζεται τα θεμέλια της Εκκλησίας όταν αυτά σείονταν.
Σε θυμόμαστε ακόμη δικέ μας Χριστόδουλε, εμείς οι Βολιώτες που σ’ είχαμε πολύ καιρό δίπλα μας. Δε σε ξεχνάμε ποτέ, δε σε λησμονούμε από τις προσευχές μας. Μας λείπει η φιγούρα σου, μας λείπει η παρουσία σου και πολλοί άνθρωποι μείνανε κενοί απ’ την απώλειά σου. Να ‘σαι καλά εκεί πάνω, αφού αυτό θέλησε ο Θεός.
Ξέρω ότι πολλοί δυσαρεστήθηκαν απ’ τη δημόσια συμπεριφορά του, άλλοι από προσωπικές υποθέσεις κι είναι απόλυτα λογικό, λόγω της ιδιαίτερης θέσης του, της εξουσίας που κατείχε. Ξέρω όμως ότι η απουσία του τρυπάει βαθιά τις καρδιές πάμπολλων Ελλήνων απανταχού. Η απώλειά του είναι απροσπέλαστη, γιατί ήταν ένας και μοναδικός και ιδιαίτερος και ικανός. Είχε αρετές που ένας ιερέας ίσως δεν τις χρειάζεται, μα ο Χριστόδουλός μας ήταν όντως κάτι διαφορετικό.
Όσοι πάτησαν πάνω στον τάφο του θα κριθούν, όπως κι εκείνος, μα όταν ο λαός σε αναγνωρίζει όλοι οι άλλοι αποτελούν αγκαθάκια που στρέφουν το κακό στους εαυτούς τους.
Εγώ δεν τον θυμάμαι πολύ ως Μητροπολίτη μας, γιατί ήμουν μικρή το ’98. Θυμάμαι τη χαρά όλων όταν εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος. Θυμάμαι τα ανάμεικτα συναισθήματα που υπήρχαν που ο λαός της Μαγνησίας θα τον αποχωρίζονταν. Έναν πνευματικό ταγό που βοήθησε τον τόπο και τα έργα του μένουν ως σήμερα να θυμίζουν στους νεώτερους την προσφορά του.
Δυστυχώς δεν τον έζησα. Έμελλε η πρώτη κι η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα από κοντά, εγώ μόνο, να ήταν στον ύστατο ασπασμό, όταν κείτονταν στη Μητρόπολη Αθηνών, σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου λαϊκό προσκύνημα. Περίμενα πεντέμισι ώρες στην παγωνιά, από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Αλλά δεν τον θυμάμαι έτσι. Δε θέλω να τον θυμάμαι έτσι όπως τον αντίκρισα. Πάνω απ’ όλα θυμάμαι τον Χριστόδουλό μας για το χαμόγελό του, για το γλυκύτατο χαμόγελό του, που ακόμη και στις πιο δύσκολες ώρες δεν τον εγκατέλειψε. Τον θυμάμαι τέλος για το λόγο του, το ρηξικέλευθο λόγο του, την οξύνοιά του, την αμεσότητά του με τους νέους, αλλά και το πάθος του να υπερασπίζεται τα θεμέλια της Εκκλησίας όταν αυτά σείονταν.
Σε θυμόμαστε ακόμη δικέ μας Χριστόδουλε, εμείς οι Βολιώτες που σ’ είχαμε πολύ καιρό δίπλα μας. Δε σε ξεχνάμε ποτέ, δε σε λησμονούμε από τις προσευχές μας. Μας λείπει η φιγούρα σου, μας λείπει η παρουσία σου και πολλοί άνθρωποι μείνανε κενοί απ’ την απώλειά σου. Να ‘σαι καλά εκεί πάνω, αφού αυτό θέλησε ο Θεός.
Αυτό το άρθρο κανονικά έπρεπε να αναρτηθεί στο μπλογκ "Διάλογος να γίνεται" λόγω θεματικής, αλλά η προσδοκία μου να ακουστούν λόγια για αυτόν τον άνθρωπο με έκαναν να το τοποθετήσω εδώ.
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009
Περί γλώσσας
Ο ποιητικός λόγος εκπροσωπεί ένα γλωσσικό "παροξυσμό" που κινητοποιείται από την πρωτεϊκή ανάγκη για την υπέρβαση της συμβολικής προτασιακής γλώσσας. [...] Η "ποίηση", επισημαίνει ο Valery, "είναι μια προσπάθεια να αποδοθούν με έναρθρο λόγο εκείνα τα πράγματα, ή εκείνο το πράγμα, που προσπαθούν θολά και σκοτεινά να εκφράσουν τα δάκρυα, οι κραυγές, τα φιλιά, οι αναστεναγμοί" (Loewald 1978, 268), αυτές οι confuses paroles (τα συγκεχυμένα λόγια, κατά τον Baudelaire, της φυσικής σήμανσης της εμπειρίας. "Θολά και σκοτεινά". Ο μόνος τρόπος που διαθέτει η συμβολική γλώσσα για να "παλινδρομήσει" προς αυτή τη χαμένη, "θολή" και "σκοτεινή" βιωματική αμεσότητα είναι μέσω των "θολών" και "σκοτεινών" συστατικών - των δεικτικών συστατικών της, που κατάγονται απώτατα από αυτή τη σκοτεινή βιωματική αφετηρία. Αυτό τον τρόπο δείξης επιχειρεί ο ποιητικός λόγος να πασπαλίσει -σα χρυσόσκονη, όπως θα έλεγε ο Barthes- πάνω σε ολόκληρο το σώμα της γλώσσας, στην προσπάθεια να προσεγγίσει γλωσσικά τη χαμένη "πρώτη γλώσσα" της αδιαμεσολάβητης σήμανσης της εμπειρίας, να "διορθώσει"΄, όπως θα έλεγε ο Mallarme, "το ελάττωμα των γλωσσών" -το "φόνο" της βιωματικής αμεσότητας. "Ο ήχος πρέπει να μοιάζει σαν ηχώ του νοήματος", λέει ένας άλλος ποιητής, ο Pope (Jacobson 1981, 44).
Ένα σπουδαίο παράθεμα, από σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών στο πλαίσιο μιας γλωσσολογικής αναζήτησης για τη φύση και τα όρια αυτής της εκδοχής του ανθρώπινου λόγου, της ποίησης.
Πηγή: Γιάννης Βελούδης, Η σημασία πριν, κατά και μετά τη γλώσσα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)