Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Κάθισε εδώ κοντά μου
Μου 'λειψες ξαφνικά
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
Χτυπάει η μοναξιά
Μείνε λιγάκι ακόμα
Κάτι έχω να σου πω
Να πάρει ο αέρας χρώμα
Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Δεν έχει αρχή και τέλος
Δεν έχει μέτρημα
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη
της νύχτας το σκοτάδι
φωτίζει το φιλί
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Στόχος (1970)
Η παρακμή μιας εποχής... η Ελλάδα που ξεπουλά και ξεπουλιέται, μια αέναη συναλλαγή μέσα στα χρόνια, που τόσο ανίδεα συμπράξαμε και τώρα; Τώρα αναγνωρίζουμε τα ίχνη των λαθών μας, στ' απομεινάρια όσων καταρρέουν, τα τραγικά μας λάθη, που δεν ήταν των θεών η μανία, αλλά των ανθρώπων η μωρία... η αυτοκαταστροφή μας.
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Αλκίνοος Ιωαννίδης - Φάτα Μοργκάνα
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΤΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...
Ήθελα πολύ να μοιραστώ μαζί σας αυτό το τραγούδι σε ερμηνεία του Αλκίνοου Ιωαννίδη...και με κάποιους φίλους που δεν το πρόλαβαν χθες στη συναυλία του... Δυστυχώς το βρήκα σ' αυτή την ποιότητα, αλλά δεν πιστεύω ότι θα μας πειράξει και πολύ, γιατί η ποίηση του Καββαδία νιώθεται άμεσα απ' τον άνθρωπο κι η φωνή του Αλκίνοου μιλά στις αισθήσεις...
Παραθέτω τους στίχους...
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει".
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -τὸ φοβερὸ παφλασμό.
Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
Έαρ σαν πάντα
Πρώτα μικρή κ’ έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλείτερος καϋμός απ’ τον δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κ’ εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στην γη
Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιότατη.
Ελπίδα μας αυριανή.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ενδοχώρα 1945
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
What the thunder said
The awful daring of a moment's surrender
Which an age of prudence can never retract
By this, and this only, we have existed
Which is not to be found in our obituaries
Or in memories draped by the beneficient spider
Or under seals broken by the lean solicitor
In our empty rooms
T.S. Eliot, The Waste Land (1922)
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Γιατί σιωπούμε...
Να μαζέψουμε τα σπασμένα μας κομμάτια...
Να κοιταχτούμε στο καθρέφτη...
Να λογαριαστούμε με τον εαυτό μας...
Να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας...
Να νιώσουμε τον άλλο...
Να ανασυνταχθούμε...
Να αδελφωθούμε...
Να σηκώσουμε ανάστημα...
Να πολεμήσουμε...
εμάς και τους εχθρούς μας...
"Τον ξἐνο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη"...
Δεν είναι ώρα ετούτη να αποδώσουμε τιμές στην ποίηση, τίποτε άλλωστε δε ζήτησε από εμάς. Απλά μας δωρίστηκε κι αυτή, μιαν άλλη πατρίδα, να κουβαλάμε μέσα μας...
"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να
κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα"
"Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;...
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας".
Μα είναι τα λόγια ετούτα καθρέφτισμα της ύπαρξής μας μέσα στον χρόνο, μέσα στο χώρο αυτό, που τον πλάσαμε και μας έπλασε. Τι άλλο πια περιμένουμε για να αφουγκραστούμε την αλήθεια τους κι έστω στο τέλος να αναζητήσουμε τη χαμένη ανθρώπινη υπόστασή μας;
"Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε"
"Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια"
Παθητικά και μες στη συνήθεια, χάνουμε τον ανθρωπισμό μας, χάνουμε το κουράγιο μας να διεκδικήσουμε ό,τι μας στερούν και πάνε να καρπωθούνε. Αξίες που σφραγίζουνε την ύπαρξή μας και δίχως αυτές δεν υπάρχουμε. Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, ψυχές χωρίς πρόσωπα.
"Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας...
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε".
Με το ένα πόδι στην απάτη και το δόλο, ανδρείκελα, ανθρωποειδή, ο ουρανός μας θολός κι οι καρδιές μας ναρκωμένες. Δεν έχουμε λόγο να υπάρχουμε κι όμως υπάρχουμε. Για να νικήσουμε το κακό που μας δέρνει, τη μάστιγα που πάει να επικαλύψει ό,τι μας δόθηκε απ' το Θεό απλόχερα και το σκορπίσαμε.
Αν ποθούμε την Άνοιξη πρέπει να παλέψουμε σκληρά. Να εξοντώσουμε τους κακούς εαυτούς μας, να ξορκίσουμε τα δαιμόνια του τόπου μας, που τον έχουν αλλοιώσει και μας μαζί. "Για να γυρίσει ο Ήλιος, θέλει δουλειά πολύ".
"ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος !"
Τρίτη 4 Μαΐου 2010
Αρχή σοφίας
πάω με κείνον που νικά».
Ο ένας
Λίγη δροσιά, ουρανέ μου,
και χάηδεμα τ' ανέμου,
κελάηδημα πουλιού,
ξανάνιωμ' Απριλιού!
Ανάσ', ανάσα λίγη!
Χρόνια η θελιά μας πνίγει.
Λίγη χαρά σ' αφτά
τα σκοτεινά γραφτά!
Σου πήρανε, λαέ μου,
το δίκιο του πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι και ντόπιο αλήτες!
Ο άλλος
Αν θέλεις να χαρείς
τη λεφτεριά, νωρίς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπή δεν είναι.
Θα ΄ναι μαζί σου οι νόμοι
κι η πλερωμένη γνώμη!
Πέτα την ανθρωπιά σου
κι απ' τον αφέντη πιάσου!
Κι άμα σε φτύνει αφτός,
να κάθεσαι σκυφτός
και θά 'χεις τα πρωτεία
τη σάπια πολιτεία.
Ο λαός
Έξω του αφέντη αρμάδα
φυλάει, με μπούκα ορθή,
το λείψανό σου, Ελλάδα,
μην ξάφνου αναστηθεί!
Κώστας Βάρναλης
Σάββατο 1 Μαΐου 2010
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω...
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
Κ. Καβάφης, Τείχη