Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010
Ο αναγνωρισμός
και το βλέμμα σκοτεινό, ρημαγμένο
με τους πόρους να ιδρώνουν
τις δικές μας αμετάφραστες λέξεις
κι άλλοτε τ’ όνειρο να σαστίζει τα κρεμασμένα μάτια
τις σάρκες που φάγωσε η ελπίδα
ως να ‘ταν πάλι εδώ με το λίβα το θαλασσινό
και τον αναστημένο χρόνο
να τις ξυπνά κι εμείς να γνωριζόμαστε
τα μάτια να πλέκουμε και τα χέρια
και στων σπιτιών μας τις αυλές
λουλούδια να πετάν από το δάκρυ μας
ως να ‘ταν πάλι εδώ...
Άκοπα λόγια κι άχρονα
και ψυχές που ποθήσανε τόσο.
Και πάντα το βλέμμα το γνώριμο
σα να σταθεί αντίκρυ
μας δένει κρυφά των δαχτύλων τις καμάρες
κι από τότες νέοι, νέοι πορευόμαστε
στη χώρα τη βαθειά φως σαν κρουνός
ανακρυμνίζεται και σχίζει των τρούλων
τους ανιστόρητους σταυρούς.
Φεύγουμε
ως να ‘ταν πάλι εδώ...
μαρτυρολόγια κι αγιολόγια
από τη λάβρα των λόφων
απ’ τα θαλασσινά κουφάρια
φεύγουμε
ελεύθεροι να κοιταχτούμε κατάματα
ως να ‘σουν πάλι εδώ
στ’ ακατέργαστα κύματα μέσα
στη μόνη αθάνατη πύλη.
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Petite Fleur
Mieux que partout ailleurs
Au grand jardin de mon coeur
Une petite fleur
Cette fleur
Plus jolie qu'un bouquet
Elle garde en secret
Tous mes rêves d'enfant
L'amour de mes parents
Et tous ces clairs matins
Fait d'heureux
souvenirs lointains
Quand la vie
Par moments me trahi
Tu restes mon bonheur
Petite fleur
Sur mes vingt ans
Je m'arrête un moment
Pour respirer
Le parfum que j'ai tant aimé
Dans mon coeur
Tu fleuritas toujours
Au grand jardin d'amour
Petite fleur
Μικρό λουλούδι
Έχω κρύψει στο καλύτερο σημείο
Στον κήπο της καρδιάς μου, ένα μικρό λουλούδι
Αυτό το λουλούδι, πιο όμορφο κι από ανθοδέσμη
Κρατά μυστικά
Όλα μου τα παιδικά όνειρα
Την αγάπη των γονιών μου
Κι όλα αυτά τα φωτεινά πρωινά
Φτιαγμένα από ευτυχισμένες αναμνήσεις, μακρινές
Όταν η ζωή, προς στιγμή με προδίδει
Παραμένεις η ευτυχία μου
Μικρό λουλούδι
Στα είκοσί μου χρόνια
Σταματάω για λίγο
Να αναπνεύσω
Αυτό το άρωμα που τόσο έχω αγαπήσει
Στην καρδιά μου, θα ανθίζεις για πάντα
Στον μεγάλο κήπο της αγάπης
Μικρό λουλούδι.
Paroles: Fernand Bonifay et Mario Bua (1959)
Music: Sidney Bechet (1952)
Φωνές μουσικές.... Για πάντα ταξιδεύω μέσα από μουσικές κι αισθήματα, μ' ένα λουλούδι στον κήπο της καρδιάς μου ανθισμένο, να σταματώ ν' αναπνεύσω κοιτώντας μέσα μου, τον κήπο της καρδιάς μου που αναβλύζει.... λουλούδι της ζωής μου, φυλαχτό....
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Έλα απόψε
πήρε τα βάθη μου ο χρόνος
νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά
βουβό το δάκρυ των σπιτιών τριγύρω
ρίξε στις πλάτες ήχο
να χορέψω στου δρόμου τη γωνιά που
φανερό το αφανέρωτο
στις στάχτες των νεκροζώντανων γειτόνων
σκάβω το χώμα, τις λέξεις που βυθίζονται
τις ψυχές που παίρνονται με τα μάτια μας
στη θύελλα λήθη των παθών…
Νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά…
Έλα ξανά, άδεια μου ψυχή και νιώσε.
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Μα ο τόπος αυτός
σαν αράχνη στον ξέπλεγο μετέωρο ουρανό
το ‘να μου χέρι κρύβεται και τ’ άλλο με προδίδει
χαραγμένοι σοβάδες υγροί οι ψυχές
Γιασεμί μεθυσμένο τη νύχτα μες στη σαγήνη
άλλους πλανεύεις κι άλλους ξεντύνεις νεκρούς
τ’ άλλο πρωί ήλιος αβάσταχτος λιώνει τις μορφές μας
γρήγορα ο άνθρωπος κλέβει απ’ την ψυχή του πολύ.
Ποια μνήμη σαν του αίματος κουβάρι κλωθογυρίζει
και μας καρτερεί, ποια ψυχή ν’ αφήσω την ψυχή μου
γιατί πολλά με θέλησαν να στέρξω και ρίζωσε
στου ορίζοντα μιαν άδικη καμπούρα
κι άλλο που τις κόγχες μου να κομματιάσω
δεν έμεινε στον κόσμο ετούτο
παρά ο άνθρωπος στον άνθρωπο σαν πέτρα να τριφτεί
να στρώσει, να λάμψει, να ξαστρίσει.
Με καρφώνει το ριζικό της πλάσης
σ’ έναν τόπο που βλασταίνει από το αίμα των αθώων
με χαράσσει χρόνος και μοναξιά
κάποιες λεύκες έξω απ’ τα άδεια μας σπίτια
που συνάγουν της ψυχής τον πεταμένο ουρανό.
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010
Της Άρνης το νερό
Της Άρνης το νερό
Της αρνησιάς...
Αααα...
το πέρασες κι εχάθης
στα χείλη στάξε να το πιω
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Σταύρος Σιόλας
Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Κάθισε εδώ κοντά μου
Μου 'λειψες ξαφνικά
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
Χτυπάει η μοναξιά
Μείνε λιγάκι ακόμα
Κάτι έχω να σου πω
Να πάρει ο αέρας χρώμα
Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Δεν έχει αρχή και τέλος
Δεν έχει μέτρημα
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη
της νύχτας το σκοτάδι
φωτίζει το φιλί
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Στόχος (1970)
Η παρακμή μιας εποχής... η Ελλάδα που ξεπουλά και ξεπουλιέται, μια αέναη συναλλαγή μέσα στα χρόνια, που τόσο ανίδεα συμπράξαμε και τώρα; Τώρα αναγνωρίζουμε τα ίχνη των λαθών μας, στ' απομεινάρια όσων καταρρέουν, τα τραγικά μας λάθη, που δεν ήταν των θεών η μανία, αλλά των ανθρώπων η μωρία... η αυτοκαταστροφή μας.
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Αλκίνοος Ιωαννίδης - Φάτα Μοργκάνα
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΤΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...
Ήθελα πολύ να μοιραστώ μαζί σας αυτό το τραγούδι σε ερμηνεία του Αλκίνοου Ιωαννίδη...και με κάποιους φίλους που δεν το πρόλαβαν χθες στη συναυλία του... Δυστυχώς το βρήκα σ' αυτή την ποιότητα, αλλά δεν πιστεύω ότι θα μας πειράξει και πολύ, γιατί η ποίηση του Καββαδία νιώθεται άμεσα απ' τον άνθρωπο κι η φωνή του Αλκίνοου μιλά στις αισθήσεις...
Παραθέτω τους στίχους...
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει".
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -τὸ φοβερὸ παφλασμό.
Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι