
Παρατηρώντας το γεμάτο τασάκι
έχωσα τα χέρια μου στις στάχτες
από τόλμη
να δω πώς αισθάνεται αυτός
που πάταξε τον μαυροφορεμένο
φορέα της αβάσταχτης σκοτεινότητας.
Έγδαρα με τα νύχια μου
το γκρι κατακάθι στο γυαλί
αυτό που μάταια προσπάθησα σε ανθρώπους.
Κάποτε παθητικά δεχόμουν τον καπνό
κάποτε ενεργητικά αγαπούσα.
Τώρα αυτόχειρ των σωθικών μου
αφού οξειδώθηκε η αγάπη μέσα μου.
Κι έθεσα το σώμα μου ενώπιον της φθοράς
να πολεμήσω με τα δικά σου όπλα
κι εξυψώθη η ψυχή μου
έναντι των σκοτεινών ηδυπαθειών σου.
Ένα σημάδι κουβαλώ από τούτο τον αγώνα
την ουλή της ασπίδας σου στην ψυχή μου.
Κανείς δε μένει ολόκληρος.
Θεσσαλονίκη, 2/4/09
έχωσα τα χέρια μου στις στάχτες
από τόλμη
να δω πώς αισθάνεται αυτός
που πάταξε τον μαυροφορεμένο
φορέα της αβάσταχτης σκοτεινότητας.
Έγδαρα με τα νύχια μου
το γκρι κατακάθι στο γυαλί
αυτό που μάταια προσπάθησα σε ανθρώπους.
Κάποτε παθητικά δεχόμουν τον καπνό
κάποτε ενεργητικά αγαπούσα.
Τώρα αυτόχειρ των σωθικών μου
αφού οξειδώθηκε η αγάπη μέσα μου.
Κι έθεσα το σώμα μου ενώπιον της φθοράς
να πολεμήσω με τα δικά σου όπλα
κι εξυψώθη η ψυχή μου
έναντι των σκοτεινών ηδυπαθειών σου.
Ένα σημάδι κουβαλώ από τούτο τον αγώνα
την ουλή της ασπίδας σου στην ψυχή μου.
Κανείς δε μένει ολόκληρος.
Θεσσαλονίκη, 2/4/09






