Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011
Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;

πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς παρα να βρίσκεσαι έτσι
χωρίς σύντροφο
και να επιμένεις τόσο. Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή,
και τι να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ’ ένα μικρόψυχο
καιρό;
«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα».
«Οι πιο πολλοί έχουν ξεχάσει ή δε γνωρίσανε ποτέ τους την τέχνη του ματιού, “δεν βλέπουν παρά όνειρα και έχουν ξεχάσει ότι τα οράματα – μια πρακτική που έχει μετατεθεί τώρα στους παράφρονες και τους αμόρφωτους – ήταν κάποτε ένα πιο σημαντικό, ενδιαφέρον και πειθαρχημένο είδος ονείρου...” Αυτή την ικανότητα, να βλέπει κάποτε (όσο γίνεται και πιο σπάνια) οράματα, την έχει στην εποχή μας ο ποιητής.
Θα ήθελα να θυμηθώ μια φράση του Πιραντέλλο, που συλλογίζομαι πάντα όταν έχω να κρίνω ένα κείμενο. «Υπάρχει» λέει «ένα ύφος πραγμάτων και ένα ύφος λέξεων· και αυτός είναι ο λόγος που ο Δάντης πέθανε στην εξορία, και αυτός είναι ο λόγος που στεφάνωσαν τον Πετράρχη στο Καπιτώλειο». Οι ποιητές κάνουν παράξενες προφητείες. Συλλογίζομαι πως αν ο υπέρογκος παλιάτσος του φασισμού είχε προσέξει τη φρασούλα του Πιραντέλλο, δε θα καταντούσε στα τωρινά του χάλια. Τον έφαγε η πομπή των λέξεων, αυτή η τραγική φρεναπάτη. Αλλά οι πολιτικοί έχουν σπάνια τον καιρό να προσέξουν κάτι τέτοιες λεπτομέρειες.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
"... Kι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν' αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ' την ανάποδη, χρειάζεται να 'σαι σκληρός. Ή μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις ομορφιές μας η φύση; Ή ζητάει τα αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς να αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποδάρδι μας; Αυτό είναι.
Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ' αδύνατα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Κι η ποίηση;
Η ποίηση είναι αναμφίβολα το καταφύγιο που φθονούμε, ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας. Είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου, που μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας... είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ...
«Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
Τρίτη 15 Μαρτίου 2011
Σκέψεις πάνω στο "Γύρω στη φεγγαροντυμένη του Κρητικού" (βλ. προηγούμενη ανάρτηση)
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Γύρω στη φεγγαροντυμένη του "Κρητικού"

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Η άλλη όψη της φθοράς
"Τ' άλογα στ' αλώνια
καλπάζουν και ιδρώνουν
πάνω σε σκόρπια κορμιά।
Όλα πηγαίνουν εκεί
και τούτη η γυναίκα
που την είδες όμορφη, μια στιγμή
λυγίζει δεν αντέχει πια γονάτισε।
Όλα τ' αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνουνται άστρα"।
Γ। Σεφέρης - Θερινό Ηλιοστάσι Α', Τρία Κρυφά Ποιήματα
Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011
Το κρυφτό
με τα ξεσκισμένα δίχτυα
μιας καλοζωισμένης απόχης, ασθμαίνουσας
και τα μέλη μου κρεμασμένα κίτρινα σαρκιά
η πόλις άκλαυτη
λάμνει τον εαυτό της
αφήστε τα μάτια μου ακάλυπτα
όχι που δεν έχω με τι να πληρώσω
αλλά γιατί έτσι χωρίς χέρια
μόνον ετούτα έχω για κουπιά.
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010
Σ' όλον τον κόσμο....
....κι αυτό είναι δυνατόν, αν αφήσουμε το Χριστό να φωτίσει με τη γέννησή Του μέσα μας....
....κι αυτό είναι δυνατόν, αν αγαπήσουμε τον άνθρωπο....τον άνθρωπο μέσα μας, τον άνθρωπο γύρω μας...
Κι έτσι σιγά σιγά τα λόγια θα γίνουν πράξη...
Ευλογημένα Χριστούγεννα!!!
Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010
Ο αναγνωρισμός
και το βλέμμα σκοτεινό, ρημαγμένο
με τους πόρους να ιδρώνουν
τις δικές μας αμετάφραστες λέξεις
κι άλλοτε τ’ όνειρο να σαστίζει τα κρεμασμένα μάτια
τις σάρκες που φάγωσε η ελπίδα
ως να ‘ταν πάλι εδώ με το λίβα το θαλασσινό
και τον αναστημένο χρόνο
να τις ξυπνά κι εμείς να γνωριζόμαστε
τα μάτια να πλέκουμε και τα χέρια
και στων σπιτιών μας τις αυλές
λουλούδια να πετάν από το δάκρυ μας
ως να ‘ταν πάλι εδώ...
Άκοπα λόγια κι άχρονα
και ψυχές που ποθήσανε τόσο.
Και πάντα το βλέμμα το γνώριμο
σα να σταθεί αντίκρυ
μας δένει κρυφά των δαχτύλων τις καμάρες
κι από τότες νέοι, νέοι πορευόμαστε
στη χώρα τη βαθειά φως σαν κρουνός
ανακρυμνίζεται και σχίζει των τρούλων
τους ανιστόρητους σταυρούς.
Φεύγουμε
ως να ‘ταν πάλι εδώ...
μαρτυρολόγια κι αγιολόγια
από τη λάβρα των λόφων
απ’ τα θαλασσινά κουφάρια
φεύγουμε
ελεύθεροι να κοιταχτούμε κατάματα
ως να ‘σουν πάλι εδώ
στ’ ακατέργαστα κύματα μέσα
στη μόνη αθάνατη πύλη.
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Petite Fleur
Mieux que partout ailleurs
Au grand jardin de mon coeur
Une petite fleur
Cette fleur
Plus jolie qu'un bouquet
Elle garde en secret
Tous mes rêves d'enfant
L'amour de mes parents
Et tous ces clairs matins
Fait d'heureux
souvenirs lointains
Quand la vie
Par moments me trahi
Tu restes mon bonheur
Petite fleur
Sur mes vingt ans
Je m'arrête un moment
Pour respirer
Le parfum que j'ai tant aimé
Dans mon coeur
Tu fleuritas toujours
Au grand jardin d'amour
Petite fleur
Μικρό λουλούδι
Έχω κρύψει στο καλύτερο σημείο
Στον κήπο της καρδιάς μου, ένα μικρό λουλούδι
Αυτό το λουλούδι, πιο όμορφο κι από ανθοδέσμη
Κρατά μυστικά
Όλα μου τα παιδικά όνειρα
Την αγάπη των γονιών μου
Κι όλα αυτά τα φωτεινά πρωινά
Φτιαγμένα από ευτυχισμένες αναμνήσεις, μακρινές
Όταν η ζωή, προς στιγμή με προδίδει
Παραμένεις η ευτυχία μου
Μικρό λουλούδι
Στα είκοσί μου χρόνια
Σταματάω για λίγο
Να αναπνεύσω
Αυτό το άρωμα που τόσο έχω αγαπήσει
Στην καρδιά μου, θα ανθίζεις για πάντα
Στον μεγάλο κήπο της αγάπης
Μικρό λουλούδι.
Paroles: Fernand Bonifay et Mario Bua (1959)
Music: Sidney Bechet (1952)
Φωνές μουσικές.... Για πάντα ταξιδεύω μέσα από μουσικές κι αισθήματα, μ' ένα λουλούδι στον κήπο της καρδιάς μου ανθισμένο, να σταματώ ν' αναπνεύσω κοιτώντας μέσα μου, τον κήπο της καρδιάς μου που αναβλύζει.... λουλούδι της ζωής μου, φυλαχτό....
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Έλα απόψε
πήρε τα βάθη μου ο χρόνος
νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά
βουβό το δάκρυ των σπιτιών τριγύρω
ρίξε στις πλάτες ήχο
να χορέψω στου δρόμου τη γωνιά που
φανερό το αφανέρωτο
στις στάχτες των νεκροζώντανων γειτόνων
σκάβω το χώμα, τις λέξεις που βυθίζονται
τις ψυχές που παίρνονται με τα μάτια μας
στη θύελλα λήθη των παθών…
Νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά…
Έλα ξανά, άδεια μου ψυχή και νιώσε.
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Μα ο τόπος αυτός
σαν αράχνη στον ξέπλεγο μετέωρο ουρανό
το ‘να μου χέρι κρύβεται και τ’ άλλο με προδίδει
χαραγμένοι σοβάδες υγροί οι ψυχές
Γιασεμί μεθυσμένο τη νύχτα μες στη σαγήνη
άλλους πλανεύεις κι άλλους ξεντύνεις νεκρούς
τ’ άλλο πρωί ήλιος αβάσταχτος λιώνει τις μορφές μας
γρήγορα ο άνθρωπος κλέβει απ’ την ψυχή του πολύ.
Ποια μνήμη σαν του αίματος κουβάρι κλωθογυρίζει
και μας καρτερεί, ποια ψυχή ν’ αφήσω την ψυχή μου
γιατί πολλά με θέλησαν να στέρξω και ρίζωσε
στου ορίζοντα μιαν άδικη καμπούρα
κι άλλο που τις κόγχες μου να κομματιάσω
δεν έμεινε στον κόσμο ετούτο
παρά ο άνθρωπος στον άνθρωπο σαν πέτρα να τριφτεί
να στρώσει, να λάμψει, να ξαστρίσει.
Με καρφώνει το ριζικό της πλάσης
σ’ έναν τόπο που βλασταίνει από το αίμα των αθώων
με χαράσσει χρόνος και μοναξιά
κάποιες λεύκες έξω απ’ τα άδεια μας σπίτια
που συνάγουν της ψυχής τον πεταμένο ουρανό.
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010
Της Άρνης το νερό
Της Άρνης το νερό
Της αρνησιάς...
Αααα...
το πέρασες κι εχάθης
στα χείλη στάξε να το πιω
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Σταύρος Σιόλας
Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Κάθισε εδώ κοντά μου
Μου 'λειψες ξαφνικά
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
Χτυπάει η μοναξιά
Μείνε λιγάκι ακόμα
Κάτι έχω να σου πω
Να πάρει ο αέρας χρώμα
Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Δεν έχει αρχή και τέλος
Δεν έχει μέτρημα
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη
της νύχτας το σκοτάδι
φωτίζει το φιλί
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Στόχος (1970)
Η παρακμή μιας εποχής... η Ελλάδα που ξεπουλά και ξεπουλιέται, μια αέναη συναλλαγή μέσα στα χρόνια, που τόσο ανίδεα συμπράξαμε και τώρα; Τώρα αναγνωρίζουμε τα ίχνη των λαθών μας, στ' απομεινάρια όσων καταρρέουν, τα τραγικά μας λάθη, που δεν ήταν των θεών η μανία, αλλά των ανθρώπων η μωρία... η αυτοκαταστροφή μας.
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Αλκίνοος Ιωαννίδης - Φάτα Μοργκάνα
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΤΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...
Ήθελα πολύ να μοιραστώ μαζί σας αυτό το τραγούδι σε ερμηνεία του Αλκίνοου Ιωαννίδη...και με κάποιους φίλους που δεν το πρόλαβαν χθες στη συναυλία του... Δυστυχώς το βρήκα σ' αυτή την ποιότητα, αλλά δεν πιστεύω ότι θα μας πειράξει και πολύ, γιατί η ποίηση του Καββαδία νιώθεται άμεσα απ' τον άνθρωπο κι η φωνή του Αλκίνοου μιλά στις αισθήσεις...
Παραθέτω τους στίχους...
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει".
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -τὸ φοβερὸ παφλασμό.
Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
Έαρ σαν πάντα
Πρώτα μικρή κ’ έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλείτερος καϋμός απ’ τον δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κ’ εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στην γη
Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιότατη.
Ελπίδα μας αυριανή.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ενδοχώρα 1945
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
What the thunder said
The awful daring of a moment's surrender
Which an age of prudence can never retract
By this, and this only, we have existed
Which is not to be found in our obituaries
Or in memories draped by the beneficient spider
Or under seals broken by the lean solicitor
In our empty rooms
T.S. Eliot, The Waste Land (1922)
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Γιατί σιωπούμε...
Να μαζέψουμε τα σπασμένα μας κομμάτια...
Να κοιταχτούμε στο καθρέφτη...
Να λογαριαστούμε με τον εαυτό μας...
Να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας...
Να νιώσουμε τον άλλο...
Να ανασυνταχθούμε...
Να αδελφωθούμε...
Να σηκώσουμε ανάστημα...
Να πολεμήσουμε...
εμάς και τους εχθρούς μας...
"Τον ξἐνο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη"...
Δεν είναι ώρα ετούτη να αποδώσουμε τιμές στην ποίηση, τίποτε άλλωστε δε ζήτησε από εμάς. Απλά μας δωρίστηκε κι αυτή, μιαν άλλη πατρίδα, να κουβαλάμε μέσα μας...
"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να
κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα"
"Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;...
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας".
Μα είναι τα λόγια ετούτα καθρέφτισμα της ύπαρξής μας μέσα στον χρόνο, μέσα στο χώρο αυτό, που τον πλάσαμε και μας έπλασε. Τι άλλο πια περιμένουμε για να αφουγκραστούμε την αλήθεια τους κι έστω στο τέλος να αναζητήσουμε τη χαμένη ανθρώπινη υπόστασή μας;
"Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε"
"Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια"
Παθητικά και μες στη συνήθεια, χάνουμε τον ανθρωπισμό μας, χάνουμε το κουράγιο μας να διεκδικήσουμε ό,τι μας στερούν και πάνε να καρπωθούνε. Αξίες που σφραγίζουνε την ύπαρξή μας και δίχως αυτές δεν υπάρχουμε. Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, ψυχές χωρίς πρόσωπα.
"Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας...
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε".
Με το ένα πόδι στην απάτη και το δόλο, ανδρείκελα, ανθρωποειδή, ο ουρανός μας θολός κι οι καρδιές μας ναρκωμένες. Δεν έχουμε λόγο να υπάρχουμε κι όμως υπάρχουμε. Για να νικήσουμε το κακό που μας δέρνει, τη μάστιγα που πάει να επικαλύψει ό,τι μας δόθηκε απ' το Θεό απλόχερα και το σκορπίσαμε.
Αν ποθούμε την Άνοιξη πρέπει να παλέψουμε σκληρά. Να εξοντώσουμε τους κακούς εαυτούς μας, να ξορκίσουμε τα δαιμόνια του τόπου μας, που τον έχουν αλλοιώσει και μας μαζί. "Για να γυρίσει ο Ήλιος, θέλει δουλειά πολύ".
"ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος !"