Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Έλα απόψε
πήρε τα βάθη μου ο χρόνος
νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά
βουβό το δάκρυ των σπιτιών τριγύρω
ρίξε στις πλάτες ήχο
να χορέψω στου δρόμου τη γωνιά που
φανερό το αφανέρωτο
στις στάχτες των νεκροζώντανων γειτόνων
σκάβω το χώμα, τις λέξεις που βυθίζονται
τις ψυχές που παίρνονται με τα μάτια μας
στη θύελλα λήθη των παθών…
Νύχτα πάλι κι είναι τα χέρια μου λευκά χαρτιά…
Έλα ξανά, άδεια μου ψυχή και νιώσε.
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Μα ο τόπος αυτός
σαν αράχνη στον ξέπλεγο μετέωρο ουρανό
το ‘να μου χέρι κρύβεται και τ’ άλλο με προδίδει
χαραγμένοι σοβάδες υγροί οι ψυχές
Γιασεμί μεθυσμένο τη νύχτα μες στη σαγήνη
άλλους πλανεύεις κι άλλους ξεντύνεις νεκρούς
τ’ άλλο πρωί ήλιος αβάσταχτος λιώνει τις μορφές μας
γρήγορα ο άνθρωπος κλέβει απ’ την ψυχή του πολύ.
Ποια μνήμη σαν του αίματος κουβάρι κλωθογυρίζει
και μας καρτερεί, ποια ψυχή ν’ αφήσω την ψυχή μου
γιατί πολλά με θέλησαν να στέρξω και ρίζωσε
στου ορίζοντα μιαν άδικη καμπούρα
κι άλλο που τις κόγχες μου να κομματιάσω
δεν έμεινε στον κόσμο ετούτο
παρά ο άνθρωπος στον άνθρωπο σαν πέτρα να τριφτεί
να στρώσει, να λάμψει, να ξαστρίσει.
Με καρφώνει το ριζικό της πλάσης
σ’ έναν τόπο που βλασταίνει από το αίμα των αθώων
με χαράσσει χρόνος και μοναξιά
κάποιες λεύκες έξω απ’ τα άδεια μας σπίτια
που συνάγουν της ψυχής τον πεταμένο ουρανό.
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010
Της Άρνης το νερό
Της Άρνης το νερό
Της αρνησιάς...
Αααα...
το πέρασες κι εχάθης
στα χείλη στάξε να το πιω
Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Σταύρος Σιόλας
Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010
Κάθισε εδώ κοντά μου
Μου 'λειψες ξαφνικά
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
Χτυπάει η μοναξιά
Μείνε λιγάκι ακόμα
Κάτι έχω να σου πω
Να πάρει ο αέρας χρώμα
Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Δεν έχει αρχή και τέλος
Δεν έχει μέτρημα
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη
της νύχτας το σκοτάδι
φωτίζει το φιλί
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
Η Ελλάς των Ελλήνων.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Στόχος (1970)
Η παρακμή μιας εποχής... η Ελλάδα που ξεπουλά και ξεπουλιέται, μια αέναη συναλλαγή μέσα στα χρόνια, που τόσο ανίδεα συμπράξαμε και τώρα; Τώρα αναγνωρίζουμε τα ίχνη των λαθών μας, στ' απομεινάρια όσων καταρρέουν, τα τραγικά μας λάθη, που δεν ήταν των θεών η μανία, αλλά των ανθρώπων η μωρία... η αυτοκαταστροφή μας.
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Αλκίνοος Ιωαννίδης - Φάτα Μοργκάνα
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΤΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ...
Ήθελα πολύ να μοιραστώ μαζί σας αυτό το τραγούδι σε ερμηνεία του Αλκίνοου Ιωαννίδη...και με κάποιους φίλους που δεν το πρόλαβαν χθες στη συναυλία του... Δυστυχώς το βρήκα σ' αυτή την ποιότητα, αλλά δεν πιστεύω ότι θα μας πειράξει και πολύ, γιατί η ποίηση του Καββαδία νιώθεται άμεσα απ' τον άνθρωπο κι η φωνή του Αλκίνοου μιλά στις αισθήσεις...
Παραθέτω τους στίχους...
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει".
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -τὸ φοβερὸ παφλασμό.
Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
Έαρ σαν πάντα
Πρώτα μικρή κ’ έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλείτερος καϋμός απ’ τον δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κ’ εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στην γη
Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιότατη.
Ελπίδα μας αυριανή.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ενδοχώρα 1945
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
What the thunder said
The awful daring of a moment's surrender
Which an age of prudence can never retract
By this, and this only, we have existed
Which is not to be found in our obituaries
Or in memories draped by the beneficient spider
Or under seals broken by the lean solicitor
In our empty rooms
T.S. Eliot, The Waste Land (1922)