Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Με το λίχνο της γνώσης...

«Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει. Άλλος ήλιος έχει βγει, σ’ άλλη θάλασσα, άλλη γη».
Οι άνθρωποι έχουν αλυχτήσει. Κρύφτηκαν στις σκιές τους κι οι ψυχές τους εμαράθηκαν σα λουλούδια σκιαγμένα και κατατρεγμένα απ’ τους εαυτούς τους, απ’ τη μαυρίλα του καιρού που κάλυψε τα νώτα τους, κάλυψε τους ίδιους. Κι όσοι δεν ήσαν δυνατοί απόκαμαν εντός τους.
Έλεγε ο Γκεβάρα «Ο άνθρωπος πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτή την τιμή».
Η ζωή μας κάθε φορά που καταδεχόμαστε να εξευτελιστεί με τις μικρότητες του νου μας, με τη στενότητα της καρδιάς μας, με τον ποτισμένο θάνατο εγωισμό μας χάνει το σκοπό της, πεθαίνουμε. Μας αξίζει σ’ αυτή τη ζωή να κάνουμε το χρέος μας μεγαλουργώντας πρωτίστως εντός μας. Και τούτο το χρέος τραβάει μπροστά μόνο με τούτη τη σφραγίδα του Ήλιου.
Και δυο μόνο πράγματα σ’ αυτή την κοσμική ζωή, αντισυμβατικά κι επαναστατικά, μπορούν να δώσουν μπόι στην ψυχή μας. Ο Θεός, η Ορθοδοξία μας κι η γνώση, η απέραντη αυτή κινστέρνα της Επιστήμης· η ανεξάντλητη πηγή, ρέουσα κι ανατροφοδοτούμενη από τα όνειρα, τους κόπους, την καλή πίστη των επιστημόνων εκείνων, που ως υπεραξία στη ζωή τους έχουν τον βαθύτατο πόθο και στόχο να κάνουν τα πράγματα καλύτερα για τον κόσμο.

Κι αν σήμερα ο κόσμος βαδίζει ολοένα και βαθύτερα σ’ ένα αμφιβόλου επιστροφής τέλμα, είναι επειδή πάντα μα πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι, που θα φοβούνται να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα· που θα θεωρούν όλους τους άλλους, που διαφοροποιούνται, κορόιδα και θα είναι τόσο κοντόφθαλμοι, ώστε να τους είναι αρκετό και βολετό, να αναπαύονται στην ασφάλεια της αποτυχίας τους.
«Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει», για να κάνουν το χρέος τους, κοπιάζοντας και πονώντας, δεχόμενοι τον εμπαιγμό της μάζας, σαν άλλος Χριστός, από αγάπη κι αυτοί ορμώμενοι. Δε νοιάζονται για τους ίδιους, μόνο προσεύχονται να μην λιποψυχήσουν στα μισά του δρόμου. Γιατί ξέρουν βαθιά, πως «η Σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της Ανάστασης». Αυτοί είναι οι αληθινοί κι εμπνευσμένοι Επιστήμονες. Απλοί, σαν όλους τους άλλους…σαν…
Μια χούφτα ανθρώπων, ανόμοιοι μες στους ομοίους τους, διασκορπισμένοι έτσι, τόσο σοφά, ώστε ν’ ανθίζουν στο πέρασμά τους κι άλλα λουλούδια, γόνιμα και δεκτικά…μέχρι να κοκκινίσει η πλάση. Με μόνο τους όπλο τη βαθιά συνείδηση του χρέους, την αγνή καρδιά και τη δια βίου μάθηση και γνώση της Επιστήμης τους. Κι είναι αρκετό να ελπίσουμε σ’ έναν Άγγελο Κυρίου, να φέρει και για μας την είδηση της εσωτερικής μας επανάστασης. Κι όπως λέει κι ο ποιητής…«Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά».

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Ωδή στον άγνωστο αδερφό

Μέμνησο των αυλικών…
για κείνους που ζουν
από ‘να σου χαμόγελο ξεροκόμματο
στην αφάνεια των χνώτων που ριγούν τ’ αυτιά σου

Επειδή κανείς δεν τους θώρησε ποτέ
έτσι αποτραβηγμένοι απ’ την κεκοσμημένη αυλή σου
και ουδείς τους νοιάστηκε για φίλους…

Τις σπαθιές των ψυχών τους
που τις κρηπίδες σου σκονίζουν
άκου
και τους ακοίμητους πυρσούς
που στη σκιά σου λάμνουν
φίλους αγαπητικούς
μες στην καρδιά σου βαλ’ τους.

Των αδελφών σου μέμνησο
που σε μια κρύπτη μετρική
δοξολογούν τη ριπή μιας αγάπης αφανέρωτης
χέρια αδερφικά, ανταμωμένα
στο διάκενο τ’ ουρανού, Επιφάνια.



Διευκρινιστικά σχόλια:

Είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτή η βαθμηδόν εξέλιξη των "αυλικών" σε "φίλους αγαπητικούς" κι έπειτα σε "αδελφούς". Από την πανταχού παρούσα απόσταση κι αφάνεια των "αυλικών-αδελφών" περνάμε στην ύψιστη φανέρωση, "Επιφάνια", στη νόηση των "αυλικών" και του αποσιωποιημένου αντικειμένου αναφοράς ως ισάδελφων.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ: "Ένδον σκάπτε"




"Τραγούδησε Μούσα

καινούριο τραγούδι

ωδή μετρική..."


Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω
«Εύγε, μου είπε, και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις…». Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί

«Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο […] είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός –η μόνη ίσως οδός– προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.». Ο λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Νόμπελ

«Θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ένα έργο τέχνης ως εξής: ως μια βαθιά ενδόμυχη ομολογία, στην οποία προβαίνει κανείς υπό το πρόσχημα μια ανάμνησης, μιας εμπειρίας ή ενός γεγονότος. Αφού αποσυνδεθεί από το δημιουργό της, η ομολογία αυτή μπορεί να υπάρξει αφ’ εαυτής. Ετούτη η αυτονομία του έργου τέχνης είναι αυτό που καλείται ομορφιά. Με κάθε έργο τέχνης έρχεται στον κόσμο κάτι καινούριο, ένα ακόμη πράγμα». Rainer Maria Rilke




«…Κάποια μεσάνυχτα
θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου
θαν τα φιλήσω,
να 'βρω γυρεύοντας
μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα
και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα
λέξη του κόσμου,
και το παράξενο
φως του έρωτός μου».

Κώστας Καρυωτάκης, Πολύμνια


«Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας». Νίκος Γκάτσος, Αμοργός

«Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

«Ένδον σκάπτε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτης», Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν Ζ 59.

«Και τι είναι τελικά το Ποίημα; Ίσως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή». Γιώργης Παυλόπουλος


Εις σε προστρέχουμε Τέχνη της Ποιήσεως, όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός…εις σε για να ελπίσουμε να φτάσουμε το σχήμα του Αγγέλου, εκείνη την πραγματικότητα που φτιάχτηκε για μας, μα στερηθήκαμε απ’ την τυφλότητά μας…Άλλωστε...

"Το ελπίζει ο Θεός,
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος". Βρεττάκος.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Το τρίτο μάτι



Κι εσύ κοιτάς ακόμη τ’ άρμενα
όπως σκυφτός ο ήλιος στεφανώνει τους ταξιδιώτες
κι οπή στη θάλασσα ανοίγει
θηκάρι των λυγμών που πέρασαν.

Ερχόμενος, αερικός
δρόμος παλιός που σώνεται
κι εσύ στην άμπωτη συνοδίτης της φυγής μου
κύμα που ξεβράζεται στα νώτα.

Έχουμε σαλπάρει για τον ήλιο
κι εσύ παραπλέεις το χτες
μα είν’ τ’ αμπάρια μας ξεχειλισμένα από αλήθεια
οι ανύπαρκτοι δεν μνημονεύονται ούτε στα όνειρα, διωγμός.

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Σχόλια

Είχε η βεράντα σκοτεινιάσει
πλάι μας φτερούγισε μιά βιάση
στίς δυό καρδιές είχε φωλιάσει
αντίρροπη μιά εξομολόγηση.

Και η άκαρπη φωνή εμαράθη
στά χείλια μας μελίσσι λάθη
καί μόνο απ' τού κορμιού τα βάθη
θεέ μου, προσμέναμε μιά βλόγηση.

Σκοτάδι βούιζε μές στό σπίτι
κι' από το φώς τού αποσπερίτη
ως των μαλλιών σου τό μαγνήτη,
θυμίσου τόν απρόσιτο άγγελο

με τα γοργά τά δαχτυλίδια
πεσμένα ξάφνου, δυό ριπίδια
στή σκέψη πού μέ δέηση ίδια
διαβάζαμε σάν τετραβάγγελο.

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
το ξάφνιασμά σου μου απομένει
ωραία γυναίκα αγαπημένη,
το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα
και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι

και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη...
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα.


Γιώργος Σεφέρης, Στροφή, 1931


Βαθύτατα λυρικό κι ερωτικό. Όπως βαθύτατα ερωτική είναι οποιαδήποτε μορφή αντιπαλότητας με οτιδήποτε μας παρέχεται και μας εγκαταλείπει. Οτιδήποτε με την αμείλητη συγκατάθεσή μας μας ξεγυμνώνει κι έπειτα χάνεται σαν αερικό, μια ψευδαίσθηση που ποτέ δεν υπήρξε. Κι όμως την αγγίξαμε. Κάποτε μεθύσαμε μαζί της, μια μορφή γυναικεία κι ανεξιχνίαστη που μαζί της επικοινωνήσαμε κατά το πως βαθύτατα επικοινωνεί ο ποιητής. Ερωτική κάθε αντιπαλότητα με εκείνο που συνταράσσει τις αισθήσεις μας ερχόμενο κι έπειτα καταργείται μέσα από την τέλεια ανυπαρξία του. Κοντά και μακριά, όπως η γυναίκα στο ποίημα, όπως η συνύπαρξη, η συζήτηση, η συνεννόηση. Κάθε ιδέα σαν άστρο που σβήνει στις χούφτες μας μέσα...ανύπαρκτο πια σ' έναν θνησιγενή εναγκαλισμό, χίμαιρα.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό

Μια φορά κι έναν καιρό
όπως λεν' τα παραμύθια
κυνηγούσα τ' όνειρο
για να μάθω την αλήθεια.

Να 'ναι ήλιος, να 'ναι αστέρι;
Ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
μοιάζει με καρδούλα κλειστή;

Μια φορά κι έναν καιρό
κάποιος άγγελος διαβάτης
σ' ακρογιάλι λαμπερό
είχε γράψει τ' όνομά της.

Μα σαν πέρασε τ' αγέρι
ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
να 'ναι σα μια σπίθα σβηστή;

Μια φορά κι έναν καιρό
στην φωτιά και στον αγώνα
την αντίκρισα θαρρώ
σαν μια κόκκινη σταγόνα.

Μα πριν βγει το καλοκαίρι
ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
να 'χει στη ζωή ξεχαστεί.


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Από το μουσικό άλμπουμ "Μάνος Χατζιδάκις Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Με τον Μάριο Φραγκούλη και το μουσικό σύνολο Μάνος Χατζιδάκις"

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις

Berlin, Schmargendoff
16 Apr. 1900


Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις
γιατί προσμένει να του πεις, ένα παιδί,
ή γιατί ο ξένος σου
μπαίνει στης λάμπας σου τον κύκλο
σκοτεινιασμένος απ' την άχνα του βραδιού,
ή που το βήμα σου κάποτε ξαστοχά
κι' ωσότου ξαναφέξει
πρέπει κι εσύ σε φίλους να σταθείς
ή που ένας φίλος περασμένος, που φοβάται
πως κλονίζεται η φιλία που 'χε αρχίσει στα τυφλά
απαιτώντας από σένα να του γράψεις -
τότε πρέπει στον εαυτό σου να το πεις συνειδητά
τί σημαίνει «να διδάσκεις»:
Με λόγια που βαθιά σου τα γνωρίζεις
εκούσια να πεις: υπάρχω εγώ.
Κι ακόμη πιο πολύ
διδάσκω δεν θα πει: σε κάποιον
για την σύμπτωση να λες των εποχὠν
πώς συμβαίνει και γιατί·
διδάσκω θα πει: Για τον Ένα να ρωτήσεις τον καθένα
που του μοιάζει στη σιωπή...


Rainer Maria Rilke

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Η Σιωπή

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο από ευκαιρίες…
Άνοιξε τα μάτια και νιώσε
τα νερά να σ’ εξαγνίζουν
το κελάηδισμα
τα λόγια που περνάνε στην καρδιά
για ζωή αιώνια κι ατελεύτητη.
Εγώ δεν είμαι εκεί.
Αυτός είναι ο δικός σου τόπος.
Εγώ στον έχτισα, θα μπορούσες να πεις
πως σ’ έχω ευεργετήσει κιόλας.

Αν στέρξεις όμως και σταθείς
κι ανοίξεις το πουκάμισό σου
ο βοριάς θα ξεπλύνει τα σωθικά σου
απ’ το νου τον σαλεμένο
και θα ομοιάσεις
τα λόγια σου που φτερώνουν των ανθρώπων τις ψυχές
και θα χαραχτείς
από κάτω ως άνω με το φως της πέτρας μου.

Είναι η σιωπή μου που σου δώρισα ξεμακραίνοντας
και πίσω δεν την παίρνω.
Γιατί εγώ από την άλλη ζω.
Ένα όρος ακαταμάχητο από τις προσφορές του
που αν τις αφήσεις να σε πλησιάσουν
θα λάβεις.

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο σιωπή που κοχλάζει.
Σήκωσε το γερμένο σώμα σου
τον ώμο που σπρώχνει το βουνό
ο φάρος της αλήθειας πώς να πέσει;

Σήκω και φύγε άλλος πια
αφού εντός σου υποταχτείς.
Το νου σα δαμάσεις
για το καλό και το κακό
που πια δεν ξεχωρίζεις
τότε θ’ αστράψει ο κάματος της πάλης
και θα γνωρίσεις πως αγάπη είναι
να παλεύεις εντός σου για τον άλλον.
Ετούτο το πάλεμα να ζήσεις και μακριά
από τις σαρκοβόρες θύμησες θα τρέξεις.

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο απ’ τη σιωπή μου.
Πάρε και στράγγιξε σταγόνα τη σταγόνα
την ψυχή σου που παλεύει στα παλιά
και ποθεί στον κατάμαυρο βυθό
να πνίξει και εμένα.
Εγώ δεν υπάρχω πια, δε με θωρείς
δε με αγγίζεις.
Εγώ από την άλλη ζω.
Σ’ έναν απέραντο ουρανό εντός μου λάμψης.
Την ελευθερία του νου σου σα δαμάσεις
και δεν την ξεπουλάς ανόητα στα Πάθη
τότε θα ομοιάσεις του Θεού το χαμόγελο
που τίμησες ορθά τον σκοπό του ανθρώπου.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

LA PÁLLIDA MORTE

Άοσμος κι όμως πιάνεται
Όπως άνθος από τα ρουθούνια
Ο θάνατος. Μεσολαβούνε κτίρια σιωπηλά, τετράγωνα
Με απέραντους διαδρόμους αλλ' επίμονα
Η οσμή περνά πτυχές από λευκά σεντόνια ή βυσσινιά
Παραπετάσματα σ' όλο του δωματίου το μάκρος
Κάποτε μία ξαφνική αντανάκλαση φωτός Ύστερα πάλι μόνον οι τροχοί από τ' αμαξίδια
Κι η παλιά λιθογραφία με την εικόνα
Του Ευαγγελισμού όπως φαίνεται μέσ' απ' τον καθρέφτη


Οπόταν, με το χέρι απλωμένο Εκείνος
Που όπως αγγέλλει σιωπά, όπως μοιράζει παίρνει
Χλωμός και με ύφος ένοχο (σαν να μην ήθελε αλλά πρέπει)
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα ερυθρά
Αιμοσφαίρια μέσα μου. Ίδια ο νεωκόρος τα κεριά την ώρα
Που έχοντας πάρει τέλος οι δεήσεις όλες
Υπέρ ευκρασίας αέρος και του σύμπαντος κόσμου ή
Προπαντός, υπέρ ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει
Το εκκλησίασμα διαλύεται

Ω και αν έχω! Αλλά πως με τι
Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»
Που ενώ με τις ίριδες και με τ' ανεμοκλείτια ευλαλούν οι Μάιοι
Και με χλόες παν κατεβατές έως τη θάλασσα
Τη στιγμή που κι εκείνη ψιθυριστά κάτι απ' τ' αρχαία της μυστικά
Ολοένα εκμυστηρεύεται, άφωνος μένει ο άνθρωπος
Η ψυχή μόνον. Αυτή
Σαν μητέρα νεοσσών όπου κίνδυνος κάνει φτερούγα
Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα
Γαλήνης υπομονετικά συνάζει· ώστε αύριο, μεθαύριο
Κείνα που κατά διάνοιαν έχεις με καινούριο στιλπνό πτίλωμα
Στους αιθέρες ν' ανοιχτούν κι ας ανοιγοκλειούν οι θύρες άδικα
Στα ουράνια κατοικητήρια

Ξέρει ο Άγγελος. Και δειλά το δάχτυλο αποσύρει
Που ξανά κυανό το χρυσό γίνεται και μια ευωδιά
Σμύρνας καιούμενης ανεβαίνει ως τον ρόδινο θόλο
Μονομιάς ανάβουν τα κεριά σ' όλα τα μανουάλια

Ύστερα όλοι ακολουθούν. Πατημασιές επάνω στα βρεμένα φύλλα
Επειδή και οι άνθρωποι αγαπούν τους τάφους και με ευλάβεια
σωρεύουν όμορφα λουλούδια εκεί
Όμως απ' αυτούς, ο θάνατος, κανένας δεν γνωρίζει τίποτε να πει
Μόνον ο ποιητής. Ο Ιησούς του ήλιου. Ο μετά κάθε Σάββατο
ανατέλλοντας
Αυτός. Ο Είναι, ο Ήταν και ο Ερχόμενος.



Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της οξώπετρας (1991)

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ω! Οι αποχωρισμοί!! Τα πρώτα μαρτύρια της ζωής του ανθρώπου. Κι ωστόσο απαραίτητα. Για να περάσουμε από την απόλυτη υποταγή στους νόμους της Ανάγκης, στην πλήρη εξάρτηση από τη φροντίδα των οικείων και ύστερα, αρκετά ύστερα για τον άνθρωπο, στην κατάκτηση της ικανότητας για αυτοσυντήρηση.
Όμως, και με την ικανότητα της αυτοσυντήρησης κατακτημένη, ο άνθρωπος κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα της πιο στείρας μοναξιάς.

"Αν λείψει η προσοχή ενός βλέμματος, η στοργή μιας φωνής, ένα απαλό χάδι, η θέρμη μιας χειρονομίας, αν απομείνει χωρίς κάποιο αγαπημένο πρόσωπο να του επιστρέφει το πρόσωπό του, ο άνθρωπος, χαμένος, αποβαίνει στο σώμα του όγκος σάρκας που επανέρχεται στην ανωνυμία, ακινητοποιείται ως προς το γίγνεσθαι εαυτού, περιορίζεται στο διάλογο με το σώμα του χρησιμοποιώντας φαντασιώσεις και υποκατάστατα".

Φρικτά πράγματα λέει η Φρανσουάζ Ντολτό! Φρικτά!

Σε όλη μας τη ζωή τρόπους αναζητούμε να απαλύνουμε την οδύνη της μοναξιάς μας. Αλλά οι τρόποι μέσα στον ορισμό του ανθρώπου βρίσκονται. Στη γλώσσα που γίνεται κατανοητή από τον άλλον. Στη χαρά της επικοινωνίας. Στο έργο της δημιουργίας.

Και σιμά σ' αυτά η ευλογία της Φύσης. Αυτής της άλλης Μητέρας που επιμένει να μας περιέχει παρ' όλα τα δικά μας τα εχθρικά φερσίματά μας.

Ναι, ναι! Η Φύση επιμένει να φυλάττει για τον άνθρωπο ευλογημένους τόπους, να απαλύνει την οδύνη της μοναξιάς του. [...]

Ότι ιδού έρχεται ένα φως που ο άνθρωπος οφείλει να το μεταμορφώσει σε χαμόγελο για τον άλλον. Θα είναι το τεκμήριο για τη χαρά της συνάντησης. Δηλαδή της μετάβασης από ένα κατώτερο σε ένα ανώτερο επίπεδο τελειότητας.

Θα έρθουν ήχοι. Μπορεί από ψαλμούς αγγέλων, μπορεί από θορύβους δαιμόνων. Σ' αυτό το σύνορο ο άνθρωπος οφείλει να μάθει να λέει το δικό του τραγούδι.

Θα έρθει μια νοστιμιά κι ευθύς η Γεύση οφείλει να την κυβερνήσει.

Θα έρχονται ξανά και ξανά εκείνες οι ευωδιές της από τα παιδικά μας χρόνια συναπαντημένης λεβάντας. Ας είναι έτοιμη η Όσφρηση να τις υποδέχεται στο Μέγα Ανάκτορο της Αθωότητας. Την αύρα τη λεπτή και το αψύ δρολάπι χρωστά η αφή να μεταπλάθει σε νόημα-ζωή αυτού του κόσμου.

Και μετά ας έρθουν οι στοχασμοί να μας παιδαγωγήσουν.


ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ, Αλέκος Σπανίδης, Φιλόλογος & Βέτα Γεωργιάδου, Νηπιαγωγός
Περιοδικό "Φιλόλογος", τευχ. 138