Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό

Μια φορά κι έναν καιρό
όπως λεν' τα παραμύθια
κυνηγούσα τ' όνειρο
για να μάθω την αλήθεια.

Να 'ναι ήλιος, να 'ναι αστέρι;
Ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
μοιάζει με καρδούλα κλειστή;

Μια φορά κι έναν καιρό
κάποιος άγγελος διαβάτης
σ' ακρογιάλι λαμπερό
είχε γράψει τ' όνομά της.

Μα σαν πέρασε τ' αγέρι
ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
να 'ναι σα μια σπίθα σβηστή;

Μια φορά κι έναν καιρό
στην φωτιά και στον αγώνα
την αντίκρισα θαρρώ
σαν μια κόκκινη σταγόνα.

Μα πριν βγει το καλοκαίρι
ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
Αχ γιατί, αχ γιατί
να 'χει στη ζωή ξεχαστεί.


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Από το μουσικό άλμπουμ "Μάνος Χατζιδάκις Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Με τον Μάριο Φραγκούλη και το μουσικό σύνολο Μάνος Χατζιδάκις"

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις

Berlin, Schmargendoff
16 Apr. 1900


Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις
γιατί προσμένει να του πεις, ένα παιδί,
ή γιατί ο ξένος σου
μπαίνει στης λάμπας σου τον κύκλο
σκοτεινιασμένος απ' την άχνα του βραδιού,
ή που το βήμα σου κάποτε ξαστοχά
κι' ωσότου ξαναφέξει
πρέπει κι εσύ σε φίλους να σταθείς
ή που ένας φίλος περασμένος, που φοβάται
πως κλονίζεται η φιλία που 'χε αρχίσει στα τυφλά
απαιτώντας από σένα να του γράψεις -
τότε πρέπει στον εαυτό σου να το πεις συνειδητά
τί σημαίνει «να διδάσκεις»:
Με λόγια που βαθιά σου τα γνωρίζεις
εκούσια να πεις: υπάρχω εγώ.
Κι ακόμη πιο πολύ
διδάσκω δεν θα πει: σε κάποιον
για την σύμπτωση να λες των εποχὠν
πώς συμβαίνει και γιατί·
διδάσκω θα πει: Για τον Ένα να ρωτήσεις τον καθένα
που του μοιάζει στη σιωπή...


Rainer Maria Rilke

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Η Σιωπή

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο από ευκαιρίες…
Άνοιξε τα μάτια και νιώσε
τα νερά να σ’ εξαγνίζουν
το κελάηδισμα
τα λόγια που περνάνε στην καρδιά
για ζωή αιώνια κι ατελεύτητη.
Εγώ δεν είμαι εκεί.
Αυτός είναι ο δικός σου τόπος.
Εγώ στον έχτισα, θα μπορούσες να πεις
πως σ’ έχω ευεργετήσει κιόλας.

Αν στέρξεις όμως και σταθείς
κι ανοίξεις το πουκάμισό σου
ο βοριάς θα ξεπλύνει τα σωθικά σου
απ’ το νου τον σαλεμένο
και θα ομοιάσεις
τα λόγια σου που φτερώνουν των ανθρώπων τις ψυχές
και θα χαραχτείς
από κάτω ως άνω με το φως της πέτρας μου.

Είναι η σιωπή μου που σου δώρισα ξεμακραίνοντας
και πίσω δεν την παίρνω.
Γιατί εγώ από την άλλη ζω.
Ένα όρος ακαταμάχητο από τις προσφορές του
που αν τις αφήσεις να σε πλησιάσουν
θα λάβεις.

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο σιωπή που κοχλάζει.
Σήκωσε το γερμένο σώμα σου
τον ώμο που σπρώχνει το βουνό
ο φάρος της αλήθειας πώς να πέσει;

Σήκω και φύγε άλλος πια
αφού εντός σου υποταχτείς.
Το νου σα δαμάσεις
για το καλό και το κακό
που πια δεν ξεχωρίζεις
τότε θ’ αστράψει ο κάματος της πάλης
και θα γνωρίσεις πως αγάπη είναι
να παλεύεις εντός σου για τον άλλον.
Ετούτο το πάλεμα να ζήσεις και μακριά
από τις σαρκοβόρες θύμησες θα τρέξεις.

Σου έχω χτίσει ένα βουνό
ολόγιομο απ’ τη σιωπή μου.
Πάρε και στράγγιξε σταγόνα τη σταγόνα
την ψυχή σου που παλεύει στα παλιά
και ποθεί στον κατάμαυρο βυθό
να πνίξει και εμένα.
Εγώ δεν υπάρχω πια, δε με θωρείς
δε με αγγίζεις.
Εγώ από την άλλη ζω.
Σ’ έναν απέραντο ουρανό εντός μου λάμψης.
Την ελευθερία του νου σου σα δαμάσεις
και δεν την ξεπουλάς ανόητα στα Πάθη
τότε θα ομοιάσεις του Θεού το χαμόγελο
που τίμησες ορθά τον σκοπό του ανθρώπου.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

LA PÁLLIDA MORTE

Άοσμος κι όμως πιάνεται
Όπως άνθος από τα ρουθούνια
Ο θάνατος. Μεσολαβούνε κτίρια σιωπηλά, τετράγωνα
Με απέραντους διαδρόμους αλλ' επίμονα
Η οσμή περνά πτυχές από λευκά σεντόνια ή βυσσινιά
Παραπετάσματα σ' όλο του δωματίου το μάκρος
Κάποτε μία ξαφνική αντανάκλαση φωτός Ύστερα πάλι μόνον οι τροχοί από τ' αμαξίδια
Κι η παλιά λιθογραφία με την εικόνα
Του Ευαγγελισμού όπως φαίνεται μέσ' απ' τον καθρέφτη


Οπόταν, με το χέρι απλωμένο Εκείνος
Που όπως αγγέλλει σιωπά, όπως μοιράζει παίρνει
Χλωμός και με ύφος ένοχο (σαν να μην ήθελε αλλά πρέπει)
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα ερυθρά
Αιμοσφαίρια μέσα μου. Ίδια ο νεωκόρος τα κεριά την ώρα
Που έχοντας πάρει τέλος οι δεήσεις όλες
Υπέρ ευκρασίας αέρος και του σύμπαντος κόσμου ή
Προπαντός, υπέρ ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει
Το εκκλησίασμα διαλύεται

Ω και αν έχω! Αλλά πως με τι
Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»
Που ενώ με τις ίριδες και με τ' ανεμοκλείτια ευλαλούν οι Μάιοι
Και με χλόες παν κατεβατές έως τη θάλασσα
Τη στιγμή που κι εκείνη ψιθυριστά κάτι απ' τ' αρχαία της μυστικά
Ολοένα εκμυστηρεύεται, άφωνος μένει ο άνθρωπος
Η ψυχή μόνον. Αυτή
Σαν μητέρα νεοσσών όπου κίνδυνος κάνει φτερούγα
Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα
Γαλήνης υπομονετικά συνάζει· ώστε αύριο, μεθαύριο
Κείνα που κατά διάνοιαν έχεις με καινούριο στιλπνό πτίλωμα
Στους αιθέρες ν' ανοιχτούν κι ας ανοιγοκλειούν οι θύρες άδικα
Στα ουράνια κατοικητήρια

Ξέρει ο Άγγελος. Και δειλά το δάχτυλο αποσύρει
Που ξανά κυανό το χρυσό γίνεται και μια ευωδιά
Σμύρνας καιούμενης ανεβαίνει ως τον ρόδινο θόλο
Μονομιάς ανάβουν τα κεριά σ' όλα τα μανουάλια

Ύστερα όλοι ακολουθούν. Πατημασιές επάνω στα βρεμένα φύλλα
Επειδή και οι άνθρωποι αγαπούν τους τάφους και με ευλάβεια
σωρεύουν όμορφα λουλούδια εκεί
Όμως απ' αυτούς, ο θάνατος, κανένας δεν γνωρίζει τίποτε να πει
Μόνον ο ποιητής. Ο Ιησούς του ήλιου. Ο μετά κάθε Σάββατο
ανατέλλοντας
Αυτός. Ο Είναι, ο Ήταν και ο Ερχόμενος.



Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της οξώπετρας (1991)

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ω! Οι αποχωρισμοί!! Τα πρώτα μαρτύρια της ζωής του ανθρώπου. Κι ωστόσο απαραίτητα. Για να περάσουμε από την απόλυτη υποταγή στους νόμους της Ανάγκης, στην πλήρη εξάρτηση από τη φροντίδα των οικείων και ύστερα, αρκετά ύστερα για τον άνθρωπο, στην κατάκτηση της ικανότητας για αυτοσυντήρηση.
Όμως, και με την ικανότητα της αυτοσυντήρησης κατακτημένη, ο άνθρωπος κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα της πιο στείρας μοναξιάς.

"Αν λείψει η προσοχή ενός βλέμματος, η στοργή μιας φωνής, ένα απαλό χάδι, η θέρμη μιας χειρονομίας, αν απομείνει χωρίς κάποιο αγαπημένο πρόσωπο να του επιστρέφει το πρόσωπό του, ο άνθρωπος, χαμένος, αποβαίνει στο σώμα του όγκος σάρκας που επανέρχεται στην ανωνυμία, ακινητοποιείται ως προς το γίγνεσθαι εαυτού, περιορίζεται στο διάλογο με το σώμα του χρησιμοποιώντας φαντασιώσεις και υποκατάστατα".

Φρικτά πράγματα λέει η Φρανσουάζ Ντολτό! Φρικτά!

Σε όλη μας τη ζωή τρόπους αναζητούμε να απαλύνουμε την οδύνη της μοναξιάς μας. Αλλά οι τρόποι μέσα στον ορισμό του ανθρώπου βρίσκονται. Στη γλώσσα που γίνεται κατανοητή από τον άλλον. Στη χαρά της επικοινωνίας. Στο έργο της δημιουργίας.

Και σιμά σ' αυτά η ευλογία της Φύσης. Αυτής της άλλης Μητέρας που επιμένει να μας περιέχει παρ' όλα τα δικά μας τα εχθρικά φερσίματά μας.

Ναι, ναι! Η Φύση επιμένει να φυλάττει για τον άνθρωπο ευλογημένους τόπους, να απαλύνει την οδύνη της μοναξιάς του. [...]

Ότι ιδού έρχεται ένα φως που ο άνθρωπος οφείλει να το μεταμορφώσει σε χαμόγελο για τον άλλον. Θα είναι το τεκμήριο για τη χαρά της συνάντησης. Δηλαδή της μετάβασης από ένα κατώτερο σε ένα ανώτερο επίπεδο τελειότητας.

Θα έρθουν ήχοι. Μπορεί από ψαλμούς αγγέλων, μπορεί από θορύβους δαιμόνων. Σ' αυτό το σύνορο ο άνθρωπος οφείλει να μάθει να λέει το δικό του τραγούδι.

Θα έρθει μια νοστιμιά κι ευθύς η Γεύση οφείλει να την κυβερνήσει.

Θα έρχονται ξανά και ξανά εκείνες οι ευωδιές της από τα παιδικά μας χρόνια συναπαντημένης λεβάντας. Ας είναι έτοιμη η Όσφρηση να τις υποδέχεται στο Μέγα Ανάκτορο της Αθωότητας. Την αύρα τη λεπτή και το αψύ δρολάπι χρωστά η αφή να μεταπλάθει σε νόημα-ζωή αυτού του κόσμου.

Και μετά ας έρθουν οι στοχασμοί να μας παιδαγωγήσουν.


ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ, Αλέκος Σπανίδης, Φιλόλογος & Βέτα Γεωργιάδου, Νηπιαγωγός
Περιοδικό "Φιλόλογος", τευχ. 138

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Τί είναι όμως η διαφάνεια μας είναι γνωστό. Μας είναι τουλάχιστον, εμάς των Ελλήνων, δεδομένη εξ ουρανού. Επομένως το δύσκολο δεν είναι αυτό. Είναι να την κατεβάσουμε -την διαφάνεια εννοώ πάντοτε- από κει ψηλά και να την εφαρμόσουμε στα αισθήματά μας, στις αισθήσεις μας, στις ιδέες μας. Να βλέπουμε, άσχετα, κάποτε κι εναντίον του κατασκευασμένου μας υπερεγώ, μες απ' το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο, ποιοί πραγματικά είμαστε και κατ' ακολουθίαν ποιοί θα μπορούσαμε να είμαστε. Πώς όμως να γίνει; Ζούμε στον αιώνα της ευκολίας. Εδώ πέρα ως και τα λόγια, εάν δεν είναι του καφενείου, δυσκολεύονται να περάσουν -μια περίπτωση που ν' αυτοκτονήσουν όλοι οι Mallarme του κόσμου. Η ιστορία αυτή, όπως θα 'λεγες κι εσύ, δεν έχει τέλος. Περάσαμε από την αισθηματολογία στον υπεραισθητισμό κι από κει στην εγκεφαλικότητα κι από κει στην πολιτικοποίηση. Τα πάντα θα 'λεγες είναι ικανός να σοφίζεται ο άνθρωπος φτάνει να μην υποχρεωθεί να κοιταχτεί καταπρόσωπο. Κι από την πλευρά του κοινού: να μην εκτεθεί ανεπανόρθωτα.

Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1980

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

XX

Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε.
Το νερό σφάλισε τους όρμους.
Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δε μένει παρά να 'ρθεις εσύ ω!
σμιλεμένη από την πείρα των ανέμων
και ν' αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δε μένει παρά να' ρθεις
εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος
που πια δε θα 'ναι άλλο
από τ' ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.
Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.


Οδυσσέας Ελύτης, Η Συναυλία των Γυακίνθων, Προσανατολισμοί

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ο ματωμένος ήλιος


Ζωές ριγμένες στα σκυλιά
χέρια μπλεγμένα στο αίμα του ήλιου
οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης
σταλάζουν στην ψυχή τα όνειρα της μέρας
κι από τα πάθη ξεχύνονται οι ανάσες
των φίλων, οι αρπακτικές.
Μπηγμένοι σταυροί στις πλάτες μου
και το μερτικό των Συντρόφων μου φτωχό
από τη μοίρα ξεχασμένοι.

Τα μπροστάρικα χέρια των φίλων
μου φαγώνουν τον κάματο της μέρας
και ξεδιπλώνομαι στις νύχτες γυμνός
και φτάνει μια στιγμή
στου υπέρτατου της Aδειοσύνης μου κενού
για να τα δώσω όλα
και όλα να τα χάσω.

Προδομένος θα σταυρωθώ
στο ξύλο απάνω βέβηλος
ψυχής ανάπηρος
να θρηνώ για τους γκρεμισμένους ώμους
για τα χέρια που αντάμωσαν το αίμα
για την ιερή σάρκα που δάρθηκε στο κύμα.

Μακρύνετε απ’ τον σταυρό μου φίλοι
αγγίχτε τον ματωμένο ήλιο
μέσα του κοιταχτείτε
και μη φοβηθείτε τη νύχτα που προμηνύει
αν έτσι ματωθείτε κι εσείς, όπως εγώ.
Οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης.

Βλέπω την ώρα ετούτη
που το βλέμμα παγώνω στο δείλι
τον εαυτό μου Δικαστή
είναι η ταπεινή ώρα της αλήθειας
επίσκεψη αιματηρή
σχόλασαν οι Ηλιαστές κι οι υπερασπιστές
και μείναν οι Κατήγοροί μου
να με ξεντύσουν, να με ραπίσουν,
να με σύρουν μπρος απ’ τους περαστικούς μου φίλους

που θα ζηλεύουν την ομορφιά μου
τα μαλλιά μου που θα λάμπουν
τα χείλη μου που θα στάζουν βάλσαμο
τα χέρια μου που θα σφίγγουν το αίμα
Ξανθό μέσα στης θάλασσας το βυθό
ένα σιωπηρό φως που θα πλημμυρίζει
μια ώρα μικρή, συρτή,
στην υπέρτατη επικράτηση του Ήλιου.
Οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης.

Η δικαιοσύνη ξεπλένει τα χέρια που ανταμώθηκαν
στο σκοτάδι της παθιασμένης τόλμης
η αλήθεια με καθαρίζει και βαραίνει το σώμα μου στο ξύλο
και με υψώνει και με φωτίζει
και γκρεμίζει τα χείλη που φίλησαν
τα χέρια μου τα σταυρωμένα.

Ετούτη την ώρα που το αίμα του ήλιου συρτό
απλώνεται στη θάλασσα
κοιτάζω τα μάτια μου και κλαίω
κοιτάζω τα μάτια σας και κλαίω
γιατί οι πόθοι σας με έζησαν
κι οι πόθοι σας με σταύρωσαν
στης Αναστάσεως την παντοδύναμη
ετυμηγορία.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Φεύγεις και πας...

Φεύγεις, πού πας
και πού πιστεύεις
Τι κυνηγάς
Ποια γη σε θέλει, ποιον εαυτό γυρεύεις...

Φεύγεις και πας
είσαι καράβι
Μπροστά κοιτάς
η θάλασσά σου πυρκαγιές και πάγοι

Εσύ γεννάς τη θάλασσα
και χτίζεις το καράβι
Είσαι το εδώ και το αλλού
είσαι η γιορτή του γυρισμού
το δάκρυ του αποχωρισμού.

Φεύγεις και πας...


(στίχοι απ' το τραγούδι του Αλκίνοου Ιωαννίδη "Ο δρόμος σου είσαι εσύ")

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ
(Παραλλαγή)

Μυρίζουν ακόμη λιβάνια, κι έχουν την όψη καμένη
από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του
θα 'φτανε να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον,
τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη,
κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή,
σάλευε κιόλας μες στο διάστημα

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε
με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών
από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι
αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη
κι αναστραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα,
με θανατωμένο μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους,
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,
ν' αποδώσουν στα πράγματα το αληθινό τους όνομα

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια, ούτε μία ηχώ,
μοναχά το μένος της αθωότητας που ολοένα δυνάμωνε
τους καταρράχτες...

Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή
πάνω απ' τα βάραθρα, την είπανε Αρετή
και της έδωσαν ένα λιγνό αγορίστικο σώμα.

Όλη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει
κι εργάζεται σκληρά στα μέρη όπου η γη
από άγνοια σήπονταν, κι είχαν οι άνθρωποι
ανεξήγητα μελανουργήσει

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους, καθώς μέσα
στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός.

Και η άχνα που ανεβαίνει απ' τις κοιλάδες,
έχουν να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,
μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει
από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.


Οδυσσέας Ελύτης