Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

XX

Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε.
Το νερό σφάλισε τους όρμους.
Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δε μένει παρά να 'ρθεις εσύ ω!
σμιλεμένη από την πείρα των ανέμων
και ν' αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δε μένει παρά να' ρθεις
εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος
που πια δε θα 'ναι άλλο
από τ' ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.
Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.


Οδυσσέας Ελύτης, Η Συναυλία των Γυακίνθων, Προσανατολισμοί

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ο ματωμένος ήλιος


Ζωές ριγμένες στα σκυλιά
χέρια μπλεγμένα στο αίμα του ήλιου
οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης
σταλάζουν στην ψυχή τα όνειρα της μέρας
κι από τα πάθη ξεχύνονται οι ανάσες
των φίλων, οι αρπακτικές.
Μπηγμένοι σταυροί στις πλάτες μου
και το μερτικό των Συντρόφων μου φτωχό
από τη μοίρα ξεχασμένοι.

Τα μπροστάρικα χέρια των φίλων
μου φαγώνουν τον κάματο της μέρας
και ξεδιπλώνομαι στις νύχτες γυμνός
και φτάνει μια στιγμή
στου υπέρτατου της Aδειοσύνης μου κενού
για να τα δώσω όλα
και όλα να τα χάσω.

Προδομένος θα σταυρωθώ
στο ξύλο απάνω βέβηλος
ψυχής ανάπηρος
να θρηνώ για τους γκρεμισμένους ώμους
για τα χέρια που αντάμωσαν το αίμα
για την ιερή σάρκα που δάρθηκε στο κύμα.

Μακρύνετε απ’ τον σταυρό μου φίλοι
αγγίχτε τον ματωμένο ήλιο
μέσα του κοιταχτείτε
και μη φοβηθείτε τη νύχτα που προμηνύει
αν έτσι ματωθείτε κι εσείς, όπως εγώ.
Οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης.

Βλέπω την ώρα ετούτη
που το βλέμμα παγώνω στο δείλι
τον εαυτό μου Δικαστή
είναι η ταπεινή ώρα της αλήθειας
επίσκεψη αιματηρή
σχόλασαν οι Ηλιαστές κι οι υπερασπιστές
και μείναν οι Κατήγοροί μου
να με ξεντύσουν, να με ραπίσουν,
να με σύρουν μπρος απ’ τους περαστικούς μου φίλους

που θα ζηλεύουν την ομορφιά μου
τα μαλλιά μου που θα λάμπουν
τα χείλη μου που θα στάζουν βάλσαμο
τα χέρια μου που θα σφίγγουν το αίμα
Ξανθό μέσα στης θάλασσας το βυθό
ένα σιωπηρό φως που θα πλημμυρίζει
μια ώρα μικρή, συρτή,
στην υπέρτατη επικράτηση του Ήλιου.
Οι ώρες των δειλινών είναι καθρέφτης.

Η δικαιοσύνη ξεπλένει τα χέρια που ανταμώθηκαν
στο σκοτάδι της παθιασμένης τόλμης
η αλήθεια με καθαρίζει και βαραίνει το σώμα μου στο ξύλο
και με υψώνει και με φωτίζει
και γκρεμίζει τα χείλη που φίλησαν
τα χέρια μου τα σταυρωμένα.

Ετούτη την ώρα που το αίμα του ήλιου συρτό
απλώνεται στη θάλασσα
κοιτάζω τα μάτια μου και κλαίω
κοιτάζω τα μάτια σας και κλαίω
γιατί οι πόθοι σας με έζησαν
κι οι πόθοι σας με σταύρωσαν
στης Αναστάσεως την παντοδύναμη
ετυμηγορία.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Φεύγεις και πας...

Φεύγεις, πού πας
και πού πιστεύεις
Τι κυνηγάς
Ποια γη σε θέλει, ποιον εαυτό γυρεύεις...

Φεύγεις και πας
είσαι καράβι
Μπροστά κοιτάς
η θάλασσά σου πυρκαγιές και πάγοι

Εσύ γεννάς τη θάλασσα
και χτίζεις το καράβι
Είσαι το εδώ και το αλλού
είσαι η γιορτή του γυρισμού
το δάκρυ του αποχωρισμού.

Φεύγεις και πας...


(στίχοι απ' το τραγούδι του Αλκίνοου Ιωαννίδη "Ο δρόμος σου είσαι εσύ")

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ
(Παραλλαγή)

Μυρίζουν ακόμη λιβάνια, κι έχουν την όψη καμένη
από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του
θα 'φτανε να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον,
τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη,
κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή,
σάλευε κιόλας μες στο διάστημα

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε
με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών
από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι
αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη
κι αναστραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα,
με θανατωμένο μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους,
με το μάτι εγύριζαν τις εποχές,
ν' αποδώσουν στα πράγματα το αληθινό τους όνομα

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια, ούτε μία ηχώ,
μοναχά το μένος της αθωότητας που ολοένα δυνάμωνε
τους καταρράχτες...

Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή
πάνω απ' τα βάραθρα, την είπανε Αρετή
και της έδωσαν ένα λιγνό αγορίστικο σώμα.

Όλη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει
κι εργάζεται σκληρά στα μέρη όπου η γη
από άγνοια σήπονταν, κι είχαν οι άνθρωποι
ανεξήγητα μελανουργήσει

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά
στην αγκαλιά του Όρους, καθώς μέσα
στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός.

Και η άχνα που ανεβαίνει απ' τις κοιλάδες,
έχουν να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός,
μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει
από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.


Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Ο Επίκουρος, οι πνευματικές αρετές και η φιλία


Οι πνευματικές αρετές, εφόσον έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, συμβάλλουν στην αταραξία και αληθινή ευδαιμονία. Ο Επίκουρος βρίσκει την αληθινή ευδαιμονία στη φρόνηση. [...] Μόνο ο σοφός άνθρωπος έχει τη δύναμη να απαγκιστρώνεται από τα πάθη και τη ματαιοδοξία, χωρίς να επηρεάζεται από το φόβο, αλλά και να "μένει ευχαριστημένος μέσα στα όρια που έχει θέσει η φύση των πραγμάτων". Η φρόνηση, συνεπώς, προστατεύει από τις συμφορές στις οποίες ελλοχεύει ο φόβος και η επιθυμία. Έτσι η φρόνηση, αυτή η γνώση, "θα μας επιτρέψει να ανακαλύψουμε τους περιορισμούς της φύσης αλλά και του εαυτού μας, κι έτσι να ορίσουμε το πλαίσιο για τη σοφή λήψη των αποφάσεων, δηλαδή για τη διαδικασία μετατροπής της διορατικότητας σε προνοητικότητα". (Eric Anderson, Ο Επίκουρος στον 21ο αιώνα, σελ. 50)

Εκτός όμως από τη φρόνηση, απαραίτητη αρετή είναι και η εγκράτεια, δηλαδή η εξουσία της φρόνησης πάνω στα πάθη μας.

Μια τρίτη αλλά αναγκαία αρετή είναι η ανδρεία. Η ανδρεία προάγει την αξιοπρέπεια, την απόδοση του απαιτούμενου σεβασμού στους άλλους, το θάρρος να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να είμαστε υπεύθυνοι, και πρόθυμοι να "θυσιαστούμε" για χάρη των φίλων μας.

Η δικαιοσύνη επίσης, διασφαλίζει την ευτυχία. "Μέγιστος καρπός της δικαιοσύνης είναι η ψυχική ηρεμία", μας διαβεβαιώνει ο Επίκουρος.


Από όλα τα αγαθά που μας δίνει η σοφία για να περάσουμε μια ευτυχισμένη ζωή, το πιο σπουδαίο είναι η φιλία (Κύριαι δόξαι XXVII). Ο ευγενικός χαρακτήρας αφοσιώνεται σε δύο ουσιαστικά πράγματα, στη σοφία και τη φιλία (Βατικανικά Αποσπάσματα AB, LXXVIII). Από αυτά το πρώτο είναι αγαθό θνητό, ενώ το δεύτερο αθάνατο. Και θεωρείται η φιλία αγαθό αθάνατο, γιατί είναι ο τρόπος ζωής των θεών, ενώ η σοφία εκλαμβάνεται ως το μονοπάτι εκείνο που θα οδηγήσει στην μακαριότητα της φιλίας.

Η φιλία, τονίζει με ενθουσιασμό μεγάλο ο Επίκουρος, "περιχορεύει την οικουμένην κηρύττουσα δη πάσιν ημίν εγείρεσθαι επί τον μακαρισμόν".

Η έννοια της φιλίας είναι ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση, αποτελεί κτήμα όλων των ανθρώπων, προϋπάρχει από τη δικαιοσύνη, συμβάλλει στην ομόνοια της κοινωνίας, γίνεται από μόνη της σκοπός της. Γίνεται δηλαδή αρετή στην πράξη.


"Ήταν περισσότερο προφήτης παρά φιλόσοφος περισσότερο άγιος παρά προφήτης". (Benjammin Farrington, Το πιστεύω του Επίκουρου, σελ. 23)


ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΣΩΝΗ, Φιλόλογος, καθηγήτρια στη Δ.Ε., Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΖΩΗΣ (Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ), "Φιλόλογος", τευχ. 137


(Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα του πολυσέλιδου άρθρου, συμπυκνωμένο κατά τις ανάγκες).

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Προσανατολισμός


Στο ξάρτι το σαθρό
καρφώσανε τον ήλιο
με δάφνες στολισμένο
σαν είν’ εκεί ψηλά
να μη τον φτάνουμε
εμείς του αγέρα οι πότες.
Με της νιότης την αφοβιά
ξορκίσαμε το θνησιγέννητο
χάρτινο καραβάκι. Ελπίσαμε.
Ριγμένοι στα δόντια των καιρών
κι απ’ τα βάσανα πιο πίσω
κι οι πεθαμένοι αμίλητοι.
Γνωρίζανε καλά την πλώρη της ζωής μας.
Θρέψαμε με ξύλο τη νιότη
να επιπλεύσει η ελπίδα
μα πείνασε η ψυχή.
Μαζέψαμε τη θάλασσα
να πλατύνει η καρδιά
μα στένεψε η ζωή
και μείναμε μικροί ακόμη.
Ο ήλιος στο ξάρτι ήρθε στο μπόι μας.
Άρχισε και να μας μοιάζει
σαχλός να παιδιαρίζει στο σεληνόφως
δειλός να κρύβεται στην καταχνιά.
Κι είμαστε μικροί ακόμη.

Τώρα πιο γέροι κι απ’ το ξάρτι αυτό
το ακατάλυτο, το τιμημένο
τί να μας πήγε λάθος και πτωχεύσαμε;

Ανίσως μικροί όπως αρχίσαμε
του ταξιδιού τη νιότη
με μάτια ορθάνοιχτα
του κορμιού μας την ορμή - και του νου-
στο ξάρτι απιθώναμε, το ηλιοφόρο
ωσότου η χάρτινη ροπή
να γίνει στάχτη
να λάβει η καρδιά μας φως κι η ζωή
το πάθος ενός ερωτευμένου.
Να γίνει η γης μιαν επανάσταση
ολόκληροι να υψωθούμε
χέρι το χέρι κι εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
τον πόλεμο να φτάσουμε στο τέλος
στις ζωές που έρχονται ν’ αφήσουμε ζωή
εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
που ρίξαμε τα χάρτινα στις φλόγες
που πλέξαμε στεφάνια στα μαλλιά των Σειρήνων
εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
που μιλήσαμε τους πόνους των θεών
των αγγέλων γυρέψαμε τη βασιλεία
και την επίγεια λαχτάρα:
να ‘σαι θνητός και λεύτερος
ένας δαφνοστεφανομένος ήλιος.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

«Έλα! Σε χρειάζομαι όχι μόνο για τη νίκη, μα προπάντων, μετά τη νίκη- όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας μαζί με την Ελένη, δέκα χρόνια γερασμένη…κρύβοντας μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενητειά, την τύψη, την απελπισία και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης: γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και που επιστρέφουμε;»

(Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης)



Ερώτηση εφιαλτικά γυμνή, όπως αποκαλύπτει μεμιάς την κενότητα της ανθρώπινης πραμάτειας στους μεγάλους ή στους «καθημερινούς» μας πολέμους, όταν ξεπουλά τα πιο μεγάλα Θέλω της στα πιο ακριβά της Πρέπει.
«Θέλω και Πρέπει»… Ο άνθρωπος. Ένα τεντωμένο σκοινί, ανάμεσα σε ό,τι ελπίζει και ό,τι φοβάται. Και να γιατί, «ο ελληνικός λόγος είναι πραγματικά θανατηφόρος», όπως έγραψε ο Χέντερλιν αναφερόμενος στην τραγωδία και στην λέξη εντός της που γίνεται ενέργημα, στο λόγο που δεν δημιουργεί τον κόσμο (μονάχα) μα τον σκοτώνει. «Εμείς οι Δυτικοί γνωρίζουμε την πληγή που οι λέξεις μπορούν να επιφέρουν αλλά βιώνουμε μονάχα μεταφορικά την αμεσότητα του φυσικού ολέθρου. Η κατάρα του Θησέα φονεύει κυριολεκτικά τον Ιππόλυτο. Οι μαντικές και προφητικές εκφορές ξεσκίζουν την ανθρώπινη σάρκα. Η εντολή του Κρέοντα φονεύει την Αντιγόνη». Ο λόγος, έτσι, γίνεται θεός κι ο δημιουργός του άνθρωπος ο ατέρμονος Προμηθέας που, γυμνός πάνω στον βράχο θα προσπαθεί να σκαλίσει με τα νύχια το Φως, χρησιμοποιώντας την πένα ως έμβολο ενάντια στην μοίρα μας. «Έμβολο και Μοίρα»… «Ευλογημένη είναι η ανθρωπότητα που ο Θεός έδωσε σε μερικούς ανθρώπους την κατάρα να είναι ποιητές», έγραψε κάποτε ο Φ. Μουρ.


Ελένη Καρασσαβίδου-Κάππα (Γ.Ρίτσος: Η στάχτη στη γεύση του ταξιδιού)

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Η Γένεση...

«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου

ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!


Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Ανώμαλα πάθη

Kάποτε θα θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά 'ναι φθινόπωρο σ' εκείνη τη μικρή πάροδο με τα υαλοπωλεία, εκεί που, όταν ξεπέσαμε, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες ― από τότε δεν ξαναβγήκα απ' τ' όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ στ' ανώμαλα πάθη μου: τη μελαγχολία ή το συνωστισμό ― γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανέναν ποτέ δεν αγάπησα κι αυτό το τρυφερό βλέμμα μου ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση
σαν την αθανασία των ποιητών.

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Αφιερωμένο...

"Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι...

Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου Βυθού,
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή"


Οδυσσέας Ελύτης