Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Ο Επίκουρος, οι πνευματικές αρετές και η φιλία


Οι πνευματικές αρετές, εφόσον έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, συμβάλλουν στην αταραξία και αληθινή ευδαιμονία. Ο Επίκουρος βρίσκει την αληθινή ευδαιμονία στη φρόνηση. [...] Μόνο ο σοφός άνθρωπος έχει τη δύναμη να απαγκιστρώνεται από τα πάθη και τη ματαιοδοξία, χωρίς να επηρεάζεται από το φόβο, αλλά και να "μένει ευχαριστημένος μέσα στα όρια που έχει θέσει η φύση των πραγμάτων". Η φρόνηση, συνεπώς, προστατεύει από τις συμφορές στις οποίες ελλοχεύει ο φόβος και η επιθυμία. Έτσι η φρόνηση, αυτή η γνώση, "θα μας επιτρέψει να ανακαλύψουμε τους περιορισμούς της φύσης αλλά και του εαυτού μας, κι έτσι να ορίσουμε το πλαίσιο για τη σοφή λήψη των αποφάσεων, δηλαδή για τη διαδικασία μετατροπής της διορατικότητας σε προνοητικότητα". (Eric Anderson, Ο Επίκουρος στον 21ο αιώνα, σελ. 50)

Εκτός όμως από τη φρόνηση, απαραίτητη αρετή είναι και η εγκράτεια, δηλαδή η εξουσία της φρόνησης πάνω στα πάθη μας.

Μια τρίτη αλλά αναγκαία αρετή είναι η ανδρεία. Η ανδρεία προάγει την αξιοπρέπεια, την απόδοση του απαιτούμενου σεβασμού στους άλλους, το θάρρος να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να είμαστε υπεύθυνοι, και πρόθυμοι να "θυσιαστούμε" για χάρη των φίλων μας.

Η δικαιοσύνη επίσης, διασφαλίζει την ευτυχία. "Μέγιστος καρπός της δικαιοσύνης είναι η ψυχική ηρεμία", μας διαβεβαιώνει ο Επίκουρος.


Από όλα τα αγαθά που μας δίνει η σοφία για να περάσουμε μια ευτυχισμένη ζωή, το πιο σπουδαίο είναι η φιλία (Κύριαι δόξαι XXVII). Ο ευγενικός χαρακτήρας αφοσιώνεται σε δύο ουσιαστικά πράγματα, στη σοφία και τη φιλία (Βατικανικά Αποσπάσματα AB, LXXVIII). Από αυτά το πρώτο είναι αγαθό θνητό, ενώ το δεύτερο αθάνατο. Και θεωρείται η φιλία αγαθό αθάνατο, γιατί είναι ο τρόπος ζωής των θεών, ενώ η σοφία εκλαμβάνεται ως το μονοπάτι εκείνο που θα οδηγήσει στην μακαριότητα της φιλίας.

Η φιλία, τονίζει με ενθουσιασμό μεγάλο ο Επίκουρος, "περιχορεύει την οικουμένην κηρύττουσα δη πάσιν ημίν εγείρεσθαι επί τον μακαρισμόν".

Η έννοια της φιλίας είναι ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση, αποτελεί κτήμα όλων των ανθρώπων, προϋπάρχει από τη δικαιοσύνη, συμβάλλει στην ομόνοια της κοινωνίας, γίνεται από μόνη της σκοπός της. Γίνεται δηλαδή αρετή στην πράξη.


"Ήταν περισσότερο προφήτης παρά φιλόσοφος περισσότερο άγιος παρά προφήτης". (Benjammin Farrington, Το πιστεύω του Επίκουρου, σελ. 23)


ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΣΩΝΗ, Φιλόλογος, καθηγήτρια στη Δ.Ε., Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΖΩΗΣ (Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ), "Φιλόλογος", τευχ. 137


(Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα του πολυσέλιδου άρθρου, συμπυκνωμένο κατά τις ανάγκες).

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Προσανατολισμός


Στο ξάρτι το σαθρό
καρφώσανε τον ήλιο
με δάφνες στολισμένο
σαν είν’ εκεί ψηλά
να μη τον φτάνουμε
εμείς του αγέρα οι πότες.
Με της νιότης την αφοβιά
ξορκίσαμε το θνησιγέννητο
χάρτινο καραβάκι. Ελπίσαμε.
Ριγμένοι στα δόντια των καιρών
κι απ’ τα βάσανα πιο πίσω
κι οι πεθαμένοι αμίλητοι.
Γνωρίζανε καλά την πλώρη της ζωής μας.
Θρέψαμε με ξύλο τη νιότη
να επιπλεύσει η ελπίδα
μα πείνασε η ψυχή.
Μαζέψαμε τη θάλασσα
να πλατύνει η καρδιά
μα στένεψε η ζωή
και μείναμε μικροί ακόμη.
Ο ήλιος στο ξάρτι ήρθε στο μπόι μας.
Άρχισε και να μας μοιάζει
σαχλός να παιδιαρίζει στο σεληνόφως
δειλός να κρύβεται στην καταχνιά.
Κι είμαστε μικροί ακόμη.

Τώρα πιο γέροι κι απ’ το ξάρτι αυτό
το ακατάλυτο, το τιμημένο
τί να μας πήγε λάθος και πτωχεύσαμε;

Ανίσως μικροί όπως αρχίσαμε
του ταξιδιού τη νιότη
με μάτια ορθάνοιχτα
του κορμιού μας την ορμή - και του νου-
στο ξάρτι απιθώναμε, το ηλιοφόρο
ωσότου η χάρτινη ροπή
να γίνει στάχτη
να λάβει η καρδιά μας φως κι η ζωή
το πάθος ενός ερωτευμένου.
Να γίνει η γης μιαν επανάσταση
ολόκληροι να υψωθούμε
χέρι το χέρι κι εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
τον πόλεμο να φτάσουμε στο τέλος
στις ζωές που έρχονται ν’ αφήσουμε ζωή
εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
που ρίξαμε τα χάρτινα στις φλόγες
που πλέξαμε στεφάνια στα μαλλιά των Σειρήνων
εγώ, κι εσύ, κι ο άλλος
που μιλήσαμε τους πόνους των θεών
των αγγέλων γυρέψαμε τη βασιλεία
και την επίγεια λαχτάρα:
να ‘σαι θνητός και λεύτερος
ένας δαφνοστεφανομένος ήλιος.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

«Έλα! Σε χρειάζομαι όχι μόνο για τη νίκη, μα προπάντων, μετά τη νίκη- όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας μαζί με την Ελένη, δέκα χρόνια γερασμένη…κρύβοντας μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενητειά, την τύψη, την απελπισία και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης: γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και που επιστρέφουμε;»

(Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης)



Ερώτηση εφιαλτικά γυμνή, όπως αποκαλύπτει μεμιάς την κενότητα της ανθρώπινης πραμάτειας στους μεγάλους ή στους «καθημερινούς» μας πολέμους, όταν ξεπουλά τα πιο μεγάλα Θέλω της στα πιο ακριβά της Πρέπει.
«Θέλω και Πρέπει»… Ο άνθρωπος. Ένα τεντωμένο σκοινί, ανάμεσα σε ό,τι ελπίζει και ό,τι φοβάται. Και να γιατί, «ο ελληνικός λόγος είναι πραγματικά θανατηφόρος», όπως έγραψε ο Χέντερλιν αναφερόμενος στην τραγωδία και στην λέξη εντός της που γίνεται ενέργημα, στο λόγο που δεν δημιουργεί τον κόσμο (μονάχα) μα τον σκοτώνει. «Εμείς οι Δυτικοί γνωρίζουμε την πληγή που οι λέξεις μπορούν να επιφέρουν αλλά βιώνουμε μονάχα μεταφορικά την αμεσότητα του φυσικού ολέθρου. Η κατάρα του Θησέα φονεύει κυριολεκτικά τον Ιππόλυτο. Οι μαντικές και προφητικές εκφορές ξεσκίζουν την ανθρώπινη σάρκα. Η εντολή του Κρέοντα φονεύει την Αντιγόνη». Ο λόγος, έτσι, γίνεται θεός κι ο δημιουργός του άνθρωπος ο ατέρμονος Προμηθέας που, γυμνός πάνω στον βράχο θα προσπαθεί να σκαλίσει με τα νύχια το Φως, χρησιμοποιώντας την πένα ως έμβολο ενάντια στην μοίρα μας. «Έμβολο και Μοίρα»… «Ευλογημένη είναι η ανθρωπότητα που ο Θεός έδωσε σε μερικούς ανθρώπους την κατάρα να είναι ποιητές», έγραψε κάποτε ο Φ. Μουρ.


Ελένη Καρασσαβίδου-Κάππα (Γ.Ρίτσος: Η στάχτη στη γεύση του ταξιδιού)

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Η Γένεση...

«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου

ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!


Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί, Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Ανώμαλα πάθη

Kάποτε θα θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά 'ναι φθινόπωρο σ' εκείνη τη μικρή πάροδο με τα υαλοπωλεία, εκεί που, όταν ξεπέσαμε, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες ― από τότε δεν ξαναβγήκα απ' τ' όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ στ' ανώμαλα πάθη μου: τη μελαγχολία ή το συνωστισμό ― γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανέναν ποτέ δεν αγάπησα κι αυτό το τρυφερό βλέμμα μου ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση
σαν την αθανασία των ποιητών.

Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Αφιερωμένο...

"Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι...

Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου Βυθού,
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή"


Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Στην άβυσσο

"Το ποίημα «Ελένη» παραπέμπει στο ομώνυμο έργο του Ευριπίδη, σύμφωνα με το οποίο η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία‧ ο πόλεμος έγινε για ένα ομοίωμά της που έστειλαν οι θεοί. Ο Σεφέρης για να μιλήσει (μέσα από το προσωπείο του Τεύκρου, του εξόριστου από την πατρίδα του ιδρυτή της Σαλαμίνας της Κύπρου) για τη διάψευση που νιώθουν όσοι στρατεύτηκαν για την ελευθερία στον πρόσφατο πόλεμο, καταλήγοντας στις συγκαιρινές περιστάσεις της Κύπρου, που οι σύμμαχοι του πολέμου τής στερούν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση".

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
(απόσπασμα από το ποίημα "Ελένη", στ.42-68)

Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες, σελ. 245, 252-254, εκδ. Ίκαρος 2008

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Φθινοπωρινό τοπίο

Ακόμη ταξιδεύω σε δρόμους ακυβέρνητους
μ’ ένα σεντόνι αχνισμένο
πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κοιτώ ψηλά.
Ο άλλοτε μπροστάρης ήλιος τώρα με τυφλώνει,
καθώς τον κοιτώ επίτηδες.
Άλλοτε το γαλάζιο σπάει
-σαν ανάσα που πεθυμάει να βγει-
τούτη τη θρονιασμένη καταχνιά.
Δεν είναι στατική. Εναλλάσσεται,
Μα πάντα κάτι ποθεί να μου στερήσει.
Πόσο άδικα άρπαγη είναι.

Η αφάνεια καλύπτει τους ακέραιους
που μοιάζει να πνίγονται εντός της.
Μα δε χάνονται. Είναι εκεί
σαν τα ψηλά βουνά,
που τους κόβουν το κεφάλι, τους κόβουν
το σώμα και μένουν κάτι πόδια…
δεν τα γνωρίζεις.
Μα έχουνε δικό τους, σαν αυτόχθονες,
της γης το στέρεο πάτημα.

Τη νύχτα δε βλέπω χρώματα.
Βλέπω ανθρώπους.
Οι περισσότεροι περίεργα ντυμένοι
έχουν για νυχτοκάματο
τη θολότητα της μέρας,
την κουβαλούν ολημερίς στις τσέπες τους
σα μια κάλπικη πεντάρα που σε τρώει,
που σε τρώει και δε βρίσκεις
πώς να την ξεφορτωθείς…

Έτσι με κέρδη αμφίβολα
παζαρεύουν ό, τι κουβαλούν ακέραιο
πιο κάτω απ’ το πετσί τους,
ποντάροντας με γνώση
στα οφέλη ετούτης της ψευτιάς.
Ξεχνούν πως έχουν το φθινόπωρο
μες στις καρδιές τους,
πως δεν ξεντύνεται έτσι εύκολα η ψυχή
αν δεν τη ντύσεις γρήγορα με κάτι παραπάνω.
Παραπάνω, παρακάτω δεν έχει σημασία…
Οι άνθρωποι που κοιτώ τη νύχτα
Είναι ακυβέρνητοι…


Αθήνα, 16/10/09

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Για τον βίο και το ζην

Μην πιστέψετε πως ό,τι ωραίο και δυνατό καταλήγει "άσχημα και συνηθισμένα". Δεν μπορεί να τελειώνει έτσι διότι, αν υπήρξε ωραίο και δυνατό, τότε δεν τελειώνει καθόλου. Εξακολουθεί να επιδρά μέσα από αέναες μεταμορφώσεις, μόνο που συχνά οι μεταμορφώσεις αυτές ξεπερνούν κατά πολύ την αντίληψη και την αντοχή μας: συχνά, όταν ένα συμβάν μάς παγώνει ή με άλλο τρόπο ξεσκεπάζεται βίαια μπροστά στα μάτια μας χάνοντας φύλλα και ανθούς, σκάβουμε σοκαρισμένοι το χώμα γύρω του και τρομάζουμε απ' την ασχήμια της ρίζας απ' την οποία φυτρώνει αυτό που μας φαίνεται μοιραίο: είμαστε σχεδόν ανίκανοι να φανούμε δίκαιοι απέναντι σε ό,τι εκδηλώνεται και, σαν να στρεφόμασταν με μοχθηρία και εκδικητικότητα κατά του ίδιου μας του εαυτού, σπεύδουμε να αποκαλέσουμε άσχημο ό,τι απλούστατα αδυνατούμε να κατατάξουμε στο συρμό της ομορφιάς που τυχαίνει να ακολουθείται εκείνην ακριβώς τη στιγμή. Τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται παρά για μια -συχνά βεβαίως σχεδόν αβάσταχτη- μετατόπιση της προσοχής μας.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η σοφία του Ρίλκε. Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Γονική γη


Δεν έμεινε γης να σε πατώ
στους σταυρωμένους μου ορίζοντες
οι ελπίδες καταδύονται,
τα λόγια μου για σένα
φλόγες σβήνουν πάνω στο νερό,
ο καβαλάρης χρόνος
καλπάζει θριαμβευτικά
πάνω στο αχνισμένο χώμα
και με το μαστίγιό του
δίνει τη χαριστική βολή.

Στη γη τη γονική
βαδίζουμε ανέκφραστοι
σα μια κέρινη αχλύ
στου μέλλοντος το νεκρικό μας πέρασμα.
Με πληγές σκάβουμε την ιστορία
με τα χέρια μας σκεπάζουμε το χώμα
θάβουμε τις αχτίδες του ήλιου
πριν βρούνε γη
πριν μας φωτίσουν
γιατί μείναμε γυμνοί,
κι ύστατη προσπάθεια
να δαγκώνουμε την αλήθεια
μη μας κάψει…

Γέμισεν η γης με στάχτες
κι εστέρεψαν οι ουρανοί.
Κόσμε μου, δείξε μου
γιατί να σ’ αγαπώ ακόμη…