Έλα τώρα χέρι μου δεξί κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Έαρ σαν πάντα

Καλύπτουσα τα κύματα του δορυάλωτου χωριού με το κόκκινό της φόρεμα
Πρώτα μικρή κ’ έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλείτερος καϋμός απ’ τον δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κ’ εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στην γη
Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιότατη.
Ελπίδα μας αυριανή.



Ανδρέας Εμπειρίκος, Ενδοχώρα 1945

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

What the thunder said

My friend, blood shaking my heart
The awful daring of a moment's surrender
Which an age of prudence can never retract
By this, and this only, we have existed
Which is not to be found in our obituaries
Or in memories draped by the beneficient spider
Or under seals broken by the lean solicitor
In our empty rooms

T.S. Eliot, The Waste Land (1922)

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Γιατί σιωπούμε...

Αν είναι να σιωπήσουμε, αδέλφια μου, είναι για...

Να μαζέψουμε τα σπασμένα μας κομμάτια...
Να κοιταχτούμε στο καθρέφτη...
Να λογαριαστούμε με τον εαυτό μας...
Να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας...
Να νιώσουμε τον άλλο...
Να ανασυνταχθούμε...
Να αδελφωθούμε...
Να σηκώσουμε ανάστημα...
Να πολεμήσουμε...
εμάς και τους εχθρούς μας...

"Τον ξἐνο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη"...

Δεν είναι ώρα ετούτη να αποδώσουμε τιμές στην ποίηση, τίποτε άλλωστε δε ζήτησε από εμάς. Απλά μας δωρίστηκε κι αυτή, μιαν άλλη πατρίδα, να κουβαλάμε μέσα μας...

"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να
κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα
"

"Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;...
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας
".

Μα είναι τα λόγια ετούτα καθρέφτισμα της ύπαρξής μας μέσα στον χρόνο, μέσα στο χώρο αυτό, που τον πλάσαμε και μας έπλασε. Τι άλλο πια περιμένουμε για να αφουγκραστούμε την αλήθεια τους κι έστω στο τέλος να αναζητήσουμε τη χαμένη ανθρώπινη υπόστασή μας;

"Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε
"

"Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια
"

Παθητικά και μες στη συνήθεια, χάνουμε τον ανθρωπισμό μας, χάνουμε το κουράγιο μας να διεκδικήσουμε ό,τι μας στερούν και πάνε να καρπωθούνε. Αξίες που σφραγίζουνε την ύπαρξή μας και δίχως αυτές δεν υπάρχουμε. Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, ψυχές χωρίς πρόσωπα.

"Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας...
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε".

Με το ένα πόδι στην απάτη και το δόλο, ανδρείκελα, ανθρωποειδή, ο ουρανός μας θολός κι οι καρδιές μας ναρκωμένες. Δεν έχουμε λόγο να υπάρχουμε κι όμως υπάρχουμε. Για να νικήσουμε το κακό που μας δέρνει, τη μάστιγα που πάει να επικαλύψει ό,τι μας δόθηκε απ' το Θεό απλόχερα και το σκορπίσαμε.

Αν ποθούμε την Άνοιξη πρέπει να παλέψουμε σκληρά. Να εξοντώσουμε τους κακούς εαυτούς μας, να ξορκίσουμε τα δαιμόνια του τόπου μας, που τον έχουν αλλοιώσει και μας μαζί. "Για να γυρίσει ο Ήλιος, θέλει δουλειά πολύ".

"ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιειακαυτη βατος !"

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Αρχή σοφίας

«Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά».

Ο ένας

Λίγη δροσιά, ουρανέ μου,
και χάηδεμα τ' ανέμου,
κελάηδημα πουλιού,
ξανάνιωμ' Απριλιού!

Ανάσ', ανάσα λίγη!
Χρόνια η θελιά μας πνίγει.
Λίγη χαρά σ' αφτά
τα σκοτεινά γραφτά!

Σου πήρανε, λαέ μου,
το δίκιο του πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι και ντόπιο αλήτες!

Ο άλλος

Αν θέλεις να χαρείς
τη λεφτεριά, νωρίς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπή δεν είναι.

Θα ΄ναι μαζί σου οι νόμοι
κι η πλερωμένη γνώμη!
Πέτα την ανθρωπιά σου
κι απ' τον αφέντη πιάσου!

Κι άμα σε φτύνει αφτός,
να κάθεσαι σκυφτός
και θά 'χεις τα πρωτεία
τη σάπια πολιτεία.

Ο λαός

Έξω του αφέντη αρμάδα
φυλάει, με μπούκα ορθή,
το λείψανό σου, Ελλάδα,
μην ξάφνου αναστηθεί!


Κώστας Βάρναλης

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω...

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κ. Καβάφης, Τείχη

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Με το λίχνο της γνώσης...

«Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει. Άλλος ήλιος έχει βγει, σ’ άλλη θάλασσα, άλλη γη».
Οι άνθρωποι έχουν αλυχτήσει. Κρύφτηκαν στις σκιές τους κι οι ψυχές τους εμαράθηκαν σα λουλούδια σκιαγμένα και κατατρεγμένα απ’ τους εαυτούς τους, απ’ τη μαυρίλα του καιρού που κάλυψε τα νώτα τους, κάλυψε τους ίδιους. Κι όσοι δεν ήσαν δυνατοί απόκαμαν εντός τους.
Έλεγε ο Γκεβάρα «Ο άνθρωπος πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτή την τιμή».
Η ζωή μας κάθε φορά που καταδεχόμαστε να εξευτελιστεί με τις μικρότητες του νου μας, με τη στενότητα της καρδιάς μας, με τον ποτισμένο θάνατο εγωισμό μας χάνει το σκοπό της, πεθαίνουμε. Μας αξίζει σ’ αυτή τη ζωή να κάνουμε το χρέος μας μεγαλουργώντας πρωτίστως εντός μας. Και τούτο το χρέος τραβάει μπροστά μόνο με τούτη τη σφραγίδα του Ήλιου.
Και δυο μόνο πράγματα σ’ αυτή την κοσμική ζωή, αντισυμβατικά κι επαναστατικά, μπορούν να δώσουν μπόι στην ψυχή μας. Ο Θεός, η Ορθοδοξία μας κι η γνώση, η απέραντη αυτή κινστέρνα της Επιστήμης· η ανεξάντλητη πηγή, ρέουσα κι ανατροφοδοτούμενη από τα όνειρα, τους κόπους, την καλή πίστη των επιστημόνων εκείνων, που ως υπεραξία στη ζωή τους έχουν τον βαθύτατο πόθο και στόχο να κάνουν τα πράγματα καλύτερα για τον κόσμο.

Κι αν σήμερα ο κόσμος βαδίζει ολοένα και βαθύτερα σ’ ένα αμφιβόλου επιστροφής τέλμα, είναι επειδή πάντα μα πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι, που θα φοβούνται να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα· που θα θεωρούν όλους τους άλλους, που διαφοροποιούνται, κορόιδα και θα είναι τόσο κοντόφθαλμοι, ώστε να τους είναι αρκετό και βολετό, να αναπαύονται στην ασφάλεια της αποτυχίας τους.
«Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει», για να κάνουν το χρέος τους, κοπιάζοντας και πονώντας, δεχόμενοι τον εμπαιγμό της μάζας, σαν άλλος Χριστός, από αγάπη κι αυτοί ορμώμενοι. Δε νοιάζονται για τους ίδιους, μόνο προσεύχονται να μην λιποψυχήσουν στα μισά του δρόμου. Γιατί ξέρουν βαθιά, πως «η Σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της Ανάστασης». Αυτοί είναι οι αληθινοί κι εμπνευσμένοι Επιστήμονες. Απλοί, σαν όλους τους άλλους…σαν…
Μια χούφτα ανθρώπων, ανόμοιοι μες στους ομοίους τους, διασκορπισμένοι έτσι, τόσο σοφά, ώστε ν’ ανθίζουν στο πέρασμά τους κι άλλα λουλούδια, γόνιμα και δεκτικά…μέχρι να κοκκινίσει η πλάση. Με μόνο τους όπλο τη βαθιά συνείδηση του χρέους, την αγνή καρδιά και τη δια βίου μάθηση και γνώση της Επιστήμης τους. Κι είναι αρκετό να ελπίσουμε σ’ έναν Άγγελο Κυρίου, να φέρει και για μας την είδηση της εσωτερικής μας επανάστασης. Κι όπως λέει κι ο ποιητής…«Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά».

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Ωδή στον άγνωστο αδερφό

Μέμνησο των αυλικών…
για κείνους που ζουν
από ‘να σου χαμόγελο ξεροκόμματο
στην αφάνεια των χνώτων που ριγούν τ’ αυτιά σου

Επειδή κανείς δεν τους θώρησε ποτέ
έτσι αποτραβηγμένοι απ’ την κεκοσμημένη αυλή σου
και ουδείς τους νοιάστηκε για φίλους…

Τις σπαθιές των ψυχών τους
που τις κρηπίδες σου σκονίζουν
άκου
και τους ακοίμητους πυρσούς
που στη σκιά σου λάμνουν
φίλους αγαπητικούς
μες στην καρδιά σου βαλ’ τους.

Των αδελφών σου μέμνησο
που σε μια κρύπτη μετρική
δοξολογούν τη ριπή μιας αγάπης αφανέρωτης
χέρια αδερφικά, ανταμωμένα
στο διάκενο τ’ ουρανού, Επιφάνια.



Διευκρινιστικά σχόλια:

Είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτή η βαθμηδόν εξέλιξη των "αυλικών" σε "φίλους αγαπητικούς" κι έπειτα σε "αδελφούς". Από την πανταχού παρούσα απόσταση κι αφάνεια των "αυλικών-αδελφών" περνάμε στην ύψιστη φανέρωση, "Επιφάνια", στη νόηση των "αυλικών" και του αποσιωποιημένου αντικειμένου αναφοράς ως ισάδελφων.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ: "Ένδον σκάπτε"




"Τραγούδησε Μούσα

καινούριο τραγούδι

ωδή μετρική..."


Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω
«Εύγε, μου είπε, και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις…». Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί

«Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους. Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο […] είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός –η μόνη ίσως οδός– προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.». Ο λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Νόμπελ

«Θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ένα έργο τέχνης ως εξής: ως μια βαθιά ενδόμυχη ομολογία, στην οποία προβαίνει κανείς υπό το πρόσχημα μια ανάμνησης, μιας εμπειρίας ή ενός γεγονότος. Αφού αποσυνδεθεί από το δημιουργό της, η ομολογία αυτή μπορεί να υπάρξει αφ’ εαυτής. Ετούτη η αυτονομία του έργου τέχνης είναι αυτό που καλείται ομορφιά. Με κάθε έργο τέχνης έρχεται στον κόσμο κάτι καινούριο, ένα ακόμη πράγμα». Rainer Maria Rilke




«…Κάποια μεσάνυχτα
θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου
θαν τα φιλήσω,
να 'βρω γυρεύοντας
μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα
και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα
λέξη του κόσμου,
και το παράξενο
φως του έρωτός μου».

Κώστας Καρυωτάκης, Πολύμνια


«Xρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου Mε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς Mιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας». Νίκος Γκάτσος, Αμοργός

«Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα –
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

«Ένδον σκάπτε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτης», Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν Ζ 59.

«Και τι είναι τελικά το Ποίημα; Ίσως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή». Γιώργης Παυλόπουλος


Εις σε προστρέχουμε Τέχνη της Ποιήσεως, όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός…εις σε για να ελπίσουμε να φτάσουμε το σχήμα του Αγγέλου, εκείνη την πραγματικότητα που φτιάχτηκε για μας, μα στερηθήκαμε απ’ την τυφλότητά μας…Άλλωστε...

"Το ελπίζει ο Θεός,
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος". Βρεττάκος.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Το τρίτο μάτι



Κι εσύ κοιτάς ακόμη τ’ άρμενα
όπως σκυφτός ο ήλιος στεφανώνει τους ταξιδιώτες
κι οπή στη θάλασσα ανοίγει
θηκάρι των λυγμών που πέρασαν.

Ερχόμενος, αερικός
δρόμος παλιός που σώνεται
κι εσύ στην άμπωτη συνοδίτης της φυγής μου
κύμα που ξεβράζεται στα νώτα.

Έχουμε σαλπάρει για τον ήλιο
κι εσύ παραπλέεις το χτες
μα είν’ τ’ αμπάρια μας ξεχειλισμένα από αλήθεια
οι ανύπαρκτοι δεν μνημονεύονται ούτε στα όνειρα, διωγμός.

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Σχόλια

Είχε η βεράντα σκοτεινιάσει
πλάι μας φτερούγισε μιά βιάση
στίς δυό καρδιές είχε φωλιάσει
αντίρροπη μιά εξομολόγηση.

Και η άκαρπη φωνή εμαράθη
στά χείλια μας μελίσσι λάθη
καί μόνο απ' τού κορμιού τα βάθη
θεέ μου, προσμέναμε μιά βλόγηση.

Σκοτάδι βούιζε μές στό σπίτι
κι' από το φώς τού αποσπερίτη
ως των μαλλιών σου τό μαγνήτη,
θυμίσου τόν απρόσιτο άγγελο

με τα γοργά τά δαχτυλίδια
πεσμένα ξάφνου, δυό ριπίδια
στή σκέψη πού μέ δέηση ίδια
διαβάζαμε σάν τετραβάγγελο.

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
το ξάφνιασμά σου μου απομένει
ωραία γυναίκα αγαπημένη,
το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα
και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι

και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη...
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα.


Γιώργος Σεφέρης, Στροφή, 1931


Βαθύτατα λυρικό κι ερωτικό. Όπως βαθύτατα ερωτική είναι οποιαδήποτε μορφή αντιπαλότητας με οτιδήποτε μας παρέχεται και μας εγκαταλείπει. Οτιδήποτε με την αμείλητη συγκατάθεσή μας μας ξεγυμνώνει κι έπειτα χάνεται σαν αερικό, μια ψευδαίσθηση που ποτέ δεν υπήρξε. Κι όμως την αγγίξαμε. Κάποτε μεθύσαμε μαζί της, μια μορφή γυναικεία κι ανεξιχνίαστη που μαζί της επικοινωνήσαμε κατά το πως βαθύτατα επικοινωνεί ο ποιητής. Ερωτική κάθε αντιπαλότητα με εκείνο που συνταράσσει τις αισθήσεις μας ερχόμενο κι έπειτα καταργείται μέσα από την τέλεια ανυπαρξία του. Κοντά και μακριά, όπως η γυναίκα στο ποίημα, όπως η συνύπαρξη, η συζήτηση, η συνεννόηση. Κάθε ιδέα σαν άστρο που σβήνει στις χούφτες μας μέσα...ανύπαρκτο πια σ' έναν θνησιγενή εναγκαλισμό, χίμαιρα.